Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

9863397E3148AEDC2AC7C07F093749EDΠολλές φορές τον τελευταίο καιρό ακούω και διαβάζω για το ποια πρέπει να είναι η σχέση των εταιρειών με τα πανεπιστήμια. Υπάρχουν απόψεις ότι δεν θα πρέπει να έχουν καμία σχέση οι εταιρείες με τα πανεπιστήμια γιατί κατευθύνουν τη γνώση σε αγοραίες λογικές. Αλλες απόψεις λένε ότι θα πρέπει να υπάρχει ελεύθερη σχέση των εταιρειών με τις ερευνητικές ομάδες. Να δούμε κατ’ αρχάς τι ισχύει σήμερα στη χώρα, τι δεν ισχύει και τι θα έπρεπε να ισχύει· κατά τη γνώμη του γράφοντος πάντα.

Πρώτα πρώτα, εδώ και πολλά χρόνια ισχύει η σύναψη συμφωνίας ερευνητικών προγραμμάτων ανάμεσα σε εταιρείες και ερευνητικά εργαστήρια. Δεν απαγορεύεται. Μάλιστα, σε αυτήν τη λογική βρίσκουν δουλειά χιλιάδες νέοι επιστήμονες. Θα μπορούσε να πει κανείς να μην επιτρέπεται κάτι τέτοιο και όλη η έρευνα να γίνεται είτε στα κρατικά εργαστήρια για λογαριασμό του κράτους είτε στα εργαστήρια των εταιρειών για λογαριασμό τους.
Να τα δούμε λίγο αυτά τα δύο.
Αν επιτρεπόταν η έρευνα στα κρατικά εργαστήρια να γίνεται μόνο με κρατικά -ή με κρατικά και ευρωπαϊκά- χρήματα, τότε θα είχαμε δύο ειδών προβλήματα: πρώτον, θέματα επάρκειας της φθίνουσας χρηματοδότησης για τη συντήρηση του ερευνητικού δυναμικού και, δεύτερον, θέματα επιπτώσεων της χρηματοδότησης στην εθνική οικονομία. Οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα βαίνουν μειούμενες σε πραγματικές τιμές και πρέπει να μοιράζονται σε μια ολοένα διευρυνόμενη βάση ερευνητών. Βαθμιαία, αν δεν προκύψει κάποιου είδους στόχευση, η κρατική ερευνητική δαπάνη θα καταλήξει να είναι ένα «ερευνητικό χαρτζιλίκι» ανά ερευνητή. Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή χρηματοδότησης σ’ αυτή την περίπτωση. Το σπουδαιότερο όμως θέμα είναι η επίπτωση της ερευνητικής δαπάνης στην οικονομική ανάπτυξη. Αν η δημόσια ερευνητική υποδομή παράγει ερευνητικά αποτελέσματα που δεν είναι, εν μέρει, σχετικά με τις ανάγκες του ελληνικού οικονομικού ιστού, τότε θα διαπιστώσουμε ότι λειτουργεί προς όφελος οικονομιών εκτός Ελλάδας. Δηλαδή, οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα στην Ελλάδα (όπως και το ρεύμα των καλά εκπαιδευμένων αποφοίτων των πανεπιστημίων μας) δημιουργούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε άλλες οικονομίες! Είμαστε σίγουροι ότι το θέλουμε αυτό; Η λογική λέει «όχι» και ο τρόπος για να το λύσουμε είναι να ενισχύσουμε τους δεσμούς της έρευνας με την παραγωγή.
Θα μπορούσε όμως επίσης το κράτος (το πανεπιστήμιο δηλαδή) να ιδρύει σε κάθε πανεπιστήμιο εταιρείες αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και να λειτουργεί ως ένας σκληρός ιδιώτης που προστατεύει τα δημόσια χρήματα. Δεν το κάνει όμως. Με το να μην το κάνει, υπακούοντας στη «σοφή» υπόδειξη «έξω οι εταιρείες από τα πανεπιστήμια», ουσιαστικά παίζει τον broker των εταιρειών, αφού, σύμφωνα με τον νόμο, όταν τα ερευνητικά αποτελέσματα δημοσιευτούν προτού γίνει κατοχύρωση από πλευράς πανεπιστημίου, θεωρείται πλέον δημόσιο αγαθό (public domain) και μπορεί κάθε εταιρεία να τα εκμεταλλευτεί χωρίς να πληρώσει τίποτα. Αρα μη φτιάχνοντας μια εταιρεία αξιοποίησης των αποτελεσμάτων, το πανεπιστήμιο βοηθά αυτούς που υποτίθεται θέλει να αποκλείσει.
Αρα το σύνθημα «έξω οι εταιρείες από τα πανεπιστήμια» μάλλον είναι ψευδεπίγραφο και δεν προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, μάλλον το καταστρατηγεί. Θεωρώ ότι μπορούν να συμβούν και τα δύο. Δηλαδή και οι εταιρείες να συμβάλλονται με καλές ερευνητικές ομάδες (γιατί δεν είναι χαζός ο ιδιώτης να δώσει τα λεφτά του σε μια άχρηστη ερευνητική ομάδα), ώστε να παράγονται αποτελέσματα, με όφελος την εύρεση εργασίας σε νέους επιστήμονες που διαφορετικά θα έφευγαν έξω. Και το πανεπιστήμιο (αν έχει τα κότσια) να φτιάξει εταιρεία και να σέβεται τα κρατικά λεφτά, προασπίζοντας το δημόσιο συμφέρον. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε η μόνη χώρα που παίρνει το 0,6% του ΑΕΠ στα πανεπιστήμια για έρευνα και δίνει πίσω πολύ λιγότερο ως προστιθέμενη αξία στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Με τον υγιή ανταγωνισμό ίσως γίνουμε μια σωστή ευρωπαϊκή χώρα, με δημοκρατία στην έρευνα.
Ξέχασα να αναφέρω το πώς λειτουργεί η ΓΓΕΤ στη χώρα μας και πώς προασπίζει το δημόσιο συμφέρον. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

* Ο κ. Δημήτρης Κουρέτας είναι καθηγητής και πρώην αναπληρωτής πρύτανη στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

πηγή: kathimerini.gr

 

του Θ. Λαζαρίδη, axmi.gr

timthumbΠριν από ένα περίπου χρόνο δημοσιεύθηκε στην Αυγή ένα κείμενο με θέσεις-προτάσεις του τμήματος Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ. Κάθε κατάθεση προτάσεων και πρόσκληση σε διάλογο είναι θετική, ιδιαίτερα όταν απουσιάζουν ανάλογες προτάσεις από άλλα κόμματα. Οι προτάσεις όμως περιέχουν κάποια στοιχεία που μου προκαλούν ανησυχία κι έτσι αποφάσισα να ανταποκριθώ στην πρόσκληση.

Το κείμενο περιέχει γενικές αρχές και στόχους με τους οποίους κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει: «πνευματική καλλιέργεια, ολόπλευρη μόρφωση και ενίσχυση της δημοκρατικής συνείδησης».

Το ζήτημα είναι το πώς αντιλαμβάνεται κανείς αυτές τις αρχές και με ποιον τρόπο τις προάγει. Θα σταθώ στο τελευταίο, τη «δημοκρατική συνείδηση», και θα θέσω κάποια ερωτήματα.

Είναι δημοκρατία η ανοχή σε μειοψηφίες που επιδιώκουν να επιβάλουν την άποψή τους;

Είναι δημοκρατική πρακτική οι καταλήψεις σχολείων;

Είναι αυταρχισμός η εφαρμογή των νόμων που ψηφίζει η δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή;

Είναι «τεχνοφασισμός» η ηλεκτρονική ψηφοφορία;

Αν δεν συμφωνήσουμε πρώτα ως κοινωνία σε αυτά τα ζητήματα, δεν έχει νόημα να συζητάμε για εμπέδωση δημοκρατικής Παιδείας. Και ας μην ξεχνάμε ότι Παιδεία μεταδίδουμε όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τις πράξεις μας.

Η πρώτη αντίρρηση που μπορεί να διατυπώσει κανείς για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι το οικονομικό κόστος.  Διορισμοί και αυξήσεις μισθών φαντάζουν ανέφικτα στην παρούσα συγκυρία. Όπως και να έχει, το πρόγραμμα θα έπρεπε να συνοδεύεται με εκτίμηση του κόστους και αναφορά στο πού θα βρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι. Αντίρρηση μπορεί να φέρει κανείς και στην πρόταση για κατάργηση των συγχωνεύσεων σχολείων, οι οποίες είχαν και έχουν όχι μόνο οικονομική αλλά και εκπαιδευτική σκοπιμότητα. Από τη μια, είναι βολικό να έχει κάθε γειτονιά το σχολείο της. Αν αυτό το σχολείο, όμως, είναι πολύ μικρό, δεν θα μπορεί να προσφέρει το εύρος των επιλογών που μπορεί να προσφέρει ένα μεγαλύτερο σχολείο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οραματίζεται μια ενιαία υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι το τέλος του Λυκείου και μεταθέτει την τεχνική εκπαίδευση για μετά το Λύκειο. Αρκετές χώρες στην Ευρώπη έχουν 12-ετή υποχρεωτική εκπαίδευση, αμφιβάλλω όμως ότι είναι ενιαία.

Οι περισσότερες χώρες έχουν 9-ετή, όπως εμείς. Η επιθυμία να μορφωθούν όλα τα παιδιά στο μέγιστο βαθμό είναι θεμιτή. Είναι, όμως, ο στόχος που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ ρεαλιστικός;

Υπάρχουν παιδιά που στα 15 τους έχουν πια συνειδητοποιήσει ότι απεχθάνονται το διάβασμα. Θα ήταν απάνθρωπο να συνεχίσουμε να τα ταλαιπωρούμε με μαθήματα που δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν, για να τους επιτρέψουμε επιτέλους στα 20 τους χρόνια να γίνουν υδραυλικοί ή κομμωτές.

Ήδη το επίπεδο των μαθητών στα Τεχνικά Λύκεια είναι χαμηλότερο από τις απαιτήσεις των προγραμμάτων σπουδών. Εμείς θα αυξήσουμε κι άλλο τις απαιτήσεις αυτές; Ή μήπως θα κατεβάσουμε το επίπεδο του Γενικού Λυκείου, έτσι ώστε όλοι να μπορούν να το τελειώσουν, με αποτέλεσμα να αφήσουμε ανικανοποίητα τα παιδιά που έχουν ικανότητες για υψηλότερο επίπεδο;

Γιατί αυτή η ισοπέδωση; Γιατί να μην αναγνωρίσουμε, επιτέλους, ότι ο καθένας από εμάς έχει διαφορετικές δεξιότητες και ότι δεν μπορούμε συνεχώς να κατεβάζουμε τον πήχη στο όνομα της αντιμετώπισης των δήθεν ταξικών διακρίσεων;

Η πρόταση για ελεύθερη πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο είναι εντελώς ανεδαφική (αυτό αναγνωρίστηκε και εσωκομματικά, βλ. Κ. Σταμάτης, Αυγή, 6/4/14). Αν τυχόν υλοποιούνταν θα οδηγούσε σε τεράστιο αριθμό φοιτητών στις κεντρικές σχολές πρώτης ζήτησης και σε πλήρη μαρασμό των ΤΕΙ, για αυτό και αποκλείεται να εφαρμοστεί.

Η Ελλάδα είναι ήδη πρώτη στον κόσμο σε αριθμό γιατρών, μηχανικών και άλλων επαγγελματιών. Δεν το γνωρίζει αυτό το τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ και δεν το θεωρεί πρόβλημα; Μήπως αντί για ανεδαφικές εξαγγελίες θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε όλοι μαζί μια εκστρατεία ενημέρωσης της ελληνικής κοινωνίας, με σκοπό την άμβλυνση της υπέρμετρης προσήλωσής της στις πανεπιστημιακές σπουδές;

Το κείμενο θρηνεί για το «ανταγωνιστικό» κλίμα που επικρατεί στο σχολείο και για την οικονομική αφαίμαξη από τα φροντιστήρια. Μα ο ανταγωνισμός προκύπτει αναπόφευκτα στην προσπάθεια πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο και είναι ξεκάθαρα ένα αποτέλεσμα της μεγάλης διάστασης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αν δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τη ζήτηση (που δεν μπορείς), πρέπει να κοιτάξεις πώς θα τη μειώσεις. Τις δεκαετίες του ’80 και ’90 έγινε μια μεγάλη αύξηση του αριθμού των τμημάτων και των φοιτητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αυτό, όμως, δεν επηρέασε καθόλου τον ανταγωνισμό και την αύξηση του αριθμού των φροντιστηρίων. Μάλλον το αντίθετο συνέβη. Για τα φροντιστήρια η μόνη θεραπεία που προτείνει το Πρόγραμμα είναι η ελεύθερη πρόσβαση. Αυτή, όμως, είναι ανεδαφική. Άρα, ουσιαστικά, δεν υπάρχει πρόταση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πουθενά στο κείμενο δεν αναφέρεται η λέξη «αξιολόγηση». Ενώ το κείμενο στηλιτεύει την «εκπαίδευση της αμάθειας», δεν αποδίδει ούτε την ελάχιστη ευθύνη στους εκπαιδευτικούς, αλλά μέμφεται «τον κατακερματισμό του περιεχομένου, την αποσπασματικότητα και το μεγάλο πλήθος των μαθημάτων». Τα πρώτα δύο θέλουν σοβαρή επεξήγηση, γιατί έτσι δεν μου λένε τίποτε. Το τελευταίο ίσως είναι αλήθεια, αλλά περιμένω να δω ποια μαθήματα θα καταργηθούν πριν αποφασίσω.

Περιέργως για ριζοσπαστικό κόμμα, η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για τα Πανεπιστήμια είναι η διατήρηση του status quo, αν όχι η  επιστροφή στο παρελθόν.  Επιμένει ακόμα στο άσυλο της ανομίας και φυσικά στο να συνεχίσει η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που απαγορεύει τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ενώ επιτρέπει τα ιδιωτικά σχολεία σε κάθε άλλη βαθμίδα.

Προφανώς όλα έβαιναν καλά πριν την κρίση και το μόνο πρόβλημα ήταν η μείωση των δαπανών. Σημειωτέον ότι και πριν την κρίση η Αριστερά θεωρούσε ότι το μόνο πρόβλημα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης ήταν η «υποχρηματοδότηση», τίποτε άλλο.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι η κατεύθυνση στην οποία κινείται το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς η αντίθετη από την ορθή. Θεωρώ ότι οι προτάσεις αυτές, όσες είναι εφαρμόσιμες, αν υλοποιούνταν, όχι μόνο δεν θα έφερναν την επαγγελόμενη αναβάθμιση, αλλά θα είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, ολοκληρώνοντας το ξεχαρβάλωμα της Εκπαίδευσης που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80.

Το 16%

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες…

 

ndimelxa3-thumb-large

 

 

Από όλα τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών – εμένα δύο μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό.

Το 16% του Κασιδιάρη στην Αθήνα αλλά και το 11% του Παναγιώταρου στην Αττική. Το δεύτερο μάλιστα με ενόχλησε περισσότερο. Διότι αν ο Κασιδιάρης διαθέτει και μία πιο «φωτογενή» παρουσία, ο άλλος είναι μόνο ωμή δύναμη και φανατισμός.

Να πω, με πολλή θλίψη, πως αισθάνομαι δικαιωμένος;

Τόσα χρόνια που πολεμάω τις υπερβολές και τους μύθους του Ελληνικού εθνικισμού, έχω υποστεί τα πάνδεινα. Με έχουν πει μισέλληνα, ανθέλληνα, προδότη, μειοδότη, και πολλά άλλα.

Να όμως πού οδηγεί ο άκρατος εθνικισμός.

Στην οικογένεια, στο σχολείο, στο στρατό, προετοιμάζαμε χρόνια το έδαφος. Και τώρα φύτρωσαν τα μπουμπούκια.

Οι ακροδεξιοί της Νέας Δημοκρατίας, τα πρωτοπαλίκαρα του Δικτύου 21, που και σήμερα έχουν καίριες θέσεις γύρω στο Πρωθυπουργό, έχουν και αυτοί μεγάλη ευθύνη για τούτη την εξέλιξη. Πόσο νομίζετε ότι απέχουν οι απόψεις του Φαήλου Κρανιδιώτη ή και του Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη (που έγινε και πρόεδρος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού!) από την βασική εθνικιστική ιδεολογία των Χρυσαυγητών; Μία ματιά στα κείμενα, θα σας πείσει.

Η ιδεολογία των νέο-ναζί εκφράζεται με τρεις λέξεις: εθνικισμός, ρατσισμός και αυταρχισμός. Οι δύο πρώτες είναι σχεδόν συνώνυμες: ο εθνικιστής πιστεύει πρώτα από όλα στην ανωτερότητα και μοναδικότητα του έθνους του.

Πράγμα που διδάσκεται σε όλη την επικράτεια.

Έτσι, παρά τις δικαστικές διώξεις, τις προφυλακίσεις, την δυσφήμιση και την καταφρόνια όλων σχεδόν των Μέσων, όλων των διανοούμενων, φτάσαμε στο 16%.

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες…

του Νίκου Δήμου, protagon.gr

Της Τέτας Παπαδοπούλου,  athensvoice

67544-150273Πώς είναι δυνατόν ένας επαγγελματίας διερμηνέας να ακούει μια φράση στα αγγλικά -απλή, σαφή, μηδενικής μεταφραστικής δυσκολίας- και μεταφέροντάς την στα ελληνικά όχι μόνο να την παραποιεί, αλλά στη θέση της να βάζει μιαν άλλη φράση με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο; Δηλαδή «άλλο ακούω και άλλο λέω».

Πώς είναι δυνατόν, επί πλέον, ένα τέτοιο χονδροειδές ατόπημα διερμηνείας να συμβεί στο πλαίσιο ενός πολιτικού ντιμπέιτ με πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον, το οποίο έγινε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας πριν λίγες ημέρες εν όψει των Ευρωεκλογών; Ελα ντε.

Αυτή η καυτή πατάτα διερμηνείας έχει, εκ των πραγμάτων, ιδιαίτερη ελληνική διάσταση. Ωστόσο, δεν είδα σχετικό σχολιασμό στα ημέτερα μέσα ενημέρωσης. Αυτό -το «άλλο ακούω στα αγγλικά και άλλο λέω στα ελληνικά»- μηδένισε την απόσταση ανάμεσα στο Μάαστριχτ και την …Κουμουνδούρου. Θα διαπιστώσετε πώς έγινε. Θα αναφερθώ αμέσως. Με τη σειρά όμως.

Μάαστριχτ, Δευτέρα 28 Απριλίου. Ενα ντιμπέιτ που διεξήχθη για πρώτη φορά στα ευρωπαϊκά χρονικά. Πρεμιέρα, λοιπόν. Ενα ντιμπέιτ με τους υποψηφίους για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο έγινε στα αγγλικά. Φοιτητές από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ, επτακόσιοι και πλέον, αποτελούσαν το κοινό στην αίθουσα. Το Euronews μετέδωσε το ντιμπέιτ σε απ’ ευθείας σύνδεση και σε δεκατρείς γλώσσες, οπότε υπολογίστε με έξι μηδενικά τον αριθμό των θεατών που το παρακολούθησαν.

Ο πρόεδρος Τσίπρας, αν και υποψήφιος για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν πήγε στο Μάαστριχτ. Αντί να πάρει μέρος στο ντιμπέιτ με τους άλλους τέσσερις συνυποψηφίους του -τον Μάρτιν Σουλτς, τον Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, τον Γκυ Φερχόφσταντ, την Σκα Κέλλερ-, εκείνος προτίμησε να μιλήσει σε εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Βοημίας-Μοραβίας, στην Πράγα. Πολύ συγκινητικό. Ο πρόεδρος Τσίπρας, δηλαδή, επέλεξε να βρεθεί με τους νεο- κομμουνιστές νοσταλγούς του ολοκληρωτικού παρελθόντος. Τον καταλαβαίνω. Εκεί με τους σταλινικούς νιώθει άνετα και οικεία ο πρόεδρος. Εκεί πήγε.

«Δυστυχώς, ο Αλέξης Τσίπρας υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αρνήθηκε την πρόσκλησή μας» («Unfortunately, Alexis Tsipras candidate of the European Left has declined our invitation»). Έτσι ακριβώς είπε ο δημοσιογράφος του Euronews Κρις Μπερνς, ο ένας από τους δύο συντονιστές του ντιμπέιτ, μόλις πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις. Έτσι άκουσαν οι παρόντες στην αίθουσα. Έτσι και τα εκατομμύρια θεατών που παρακολούθησαν το ντιμπέιτ στο Euronews. Οσοι όμως το παρακολούθησαν στο Διαδίκτυο με διερμηνεία στα ελληνικά, κάτι άλλο, μα τελείως άλλο άκουσαν:

«Δυστυχώς, ο Αλέξης Τσίπρας υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι απόψε μαζί μας λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων».

Καλέ τι ωραία που τα λέτε, θέλω να πω τί ωραία που τα παραποιείτε. Αυτή δεν είναι διερμηνεία. Αυτή είναι η επίσημη άποψη της Κουμουνδούρου. Τι σύμπτωση. Μάλλον το πνεύμα του προέδρου Τσίπρα (ή κάποιος δικός του) επικοινώνησε με τον διερμηνέα. Κουτοπονηριές και κουτόχορτο στο ελληνικό κοινό.

Στις 15 Μαίου, θα διεξαχθεί στις Βρυξέλλες, και δεύτερο ντιμπέιτ των υποψηφίων για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ελπίζω ο πρόεδρος Τσίπρας να μη την κοπανήσει ξανά. Παρακαλώ, ακόμη κι αν έχει πάλι «ανειλημμένες υποχρεώσεις» (ενδεχομένως ένα ραντεβού με τον αξιότιμο Μαδούρο της Βενεζουέλας ή με τους αδελφούς Κάστρο στον σοσιαλιστικό παράδεισο της Καραϊβικής) ας τις αναβάλλει. Να πάρει μέρος στο ντιμπέιτ. Debate con Tsipras. Μη μας στερήσει την απόλαυση -αυτή είναι παραπάνω από βέβαια- για δεύτερη φορά.

του Μιχάλη Μητσού, tanea.gr
E347F42986A31C1E63FF7E128B6156FCΟ Νίκος Δήμου δεν χρειάζεται συστάσεις. Ηπιος άνθρωπος, επιτυχημένος συγγραφέας και γοητευτικός ρήτορας, εκφράζει εδώ και δεκαετίες τις απόψεις του, αδιαφορώντας για το αν πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Μπορείς να συμφωνείς ή να διαφωνείς μαζί του, αλλά δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τη συνέπειά του. Αυτήν τη συνέπεια προφανώς εκτίμησε ο Σταύρος Θεοδωράκης και ήρθε σε επαφή μαζί του πριν ιδρύσει Το Ποτάμι. Πράγματι, ο Δήμου ήταν ένα από τα 28 πρόσωπα για τα οποία ο Σταύρος Θεοδωράκης ανακοίνωσε στις 4 Μαρτίου ότι τον επηρεάζουν και τον υποστηρίζουν.
Η ζωή του 79χρονου συγγραφέα δεν άλλαξε μετά την ανακοίνωση αυτή. Συνέχισε να γράφει, να βγαίνει στην τηλεόραση και να προκαλεί συζητήσεις με τις, συχνά αιρετικές, αν θέλετε προκλητικές, αλλά πάντα ενδιαφέρουσες απόψεις του. Τις προάλλες έγραψε ένα άρθρο στο Protagon για τα αληθινά συμβάντα του Εικοσιένα ή, τέλος πάντων, αυτά που θεωρεί εκείνος αληθινά συμβάντα. Επεσαν να τον φάνε. Εδωσε διευκρινίσεις, είπε ότι πρόκειται για προσωπικές του απόψεις, έληξε. Προχθές έγραψε ένα κείμενο με τον τίτλο «Αντικληρικισμός και αντικομμουνισμός», που κατέληγε ως εξής: «Οσο πλησιάζει το Πάσχα και σκέπτομαι πως πάλι θα ξοδέψουμε χρήματα για να φέρουμε το (δήθεν) Αγιο Φως και να το υποδεχθούμε με τιμές αρχηγού κράτους, γίνομαι εμμανής αντικληρικός. Και υποθέτω πως το ίδιο θα γινόταν και ο Ιησούς που, απ’ ό,τι ξέρουμε, δεν πίστευε σε ειδωλολατρικά σύμβολα – και μάλλον θα μοίραζε τα χρήματα στους φτωχούς».
Σε μια άλλη δυτική χώρα, μια τέτοια παρατήρηση θα θεωρούνταν αυτονόητη. Ή, εν πάση περιπτώσει, λογική. Οι λειτουργίες του Κράτους και της Εκκλησίας πρέπει να είναι διακριτές, όπως επανέλαβε χθες σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο Σταύρος Τσακυράκης. Η μεταφορά του «Αγίου Φωτός» (που καθιερώθηκε το 1987 από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου) δεν μπορεί να γίνεται με τα χρήματα των φορολογουμένων και η παρομοίωσή του με αρχηγό κράτους είναι τουλάχιστον γελοία. Αλλά εδώ είναι Βαλκάνια. Η άποψη του Νίκου Δήμου έγινε πολιτικό θέμα και άρχισε να παίζει στα δελτία ειδήσεων. Η Λιάνα Κανέλλη χαρακτήρισε τον συγγραφέα «πασχαλινή ατραξιόν», η υποψήφια περιφερειάρχης των ΑΝΕΛ Μαρίνα Χρυσοβελώνη δήλωσε ότι δεν μπορεί ο «βουδιστής» Δήμου να προσβάλλει τα ιερά εκατομμυρίων πιστών και ο Τέρενς Κουικ κατηγόρησε Το Ποτάμι πως «λοιδορεί το Αγιο Φως» (sic). Φοβούμενος προφανώς τον εκλογικό αντίκτυπο, ο Θεοδωράκης πήρε αποστάσεις από τον Δήμου, λέγοντας ότι είναι ένας άνθρωπος που «είπε απλώς ότι στηρίζει Το Ποτάμι». Μόνο ο Ανδρέας Παπαδόπουλος της ΔΗΜΑΡ τόλμησε να τον υποστηρίξει δημοσίως. Για να ακούσει από τον Πάνο Καμμένο ότι είναι «τρόφιμος των μπουζουξίδικων»…
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες συζητούν αυτή την περίοδο για τον κίνδυνο των ευρωσκεπτικιστών, τον ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου και την τραπεζική ένωση. Εμείς τσακωνόμαστε για το Αγιο Φως. Δεν το λες ακριβώς δείγμα πολιτικού πολιτισμού.

του Πάσχου Μανδραβέλη, πηγή: καθημερινή

64870-IobbikΤο μόνο που κατάλαβαν οι Ελληνες για την κρίση στην Ουκρανία είναι ότι κάποιοι ναζιστές, με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των γνωστών φονιάδων των λαών Αμερικανών, ανέτρεψαν μια νόμιμη κυβέρνηση, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την απόσχιση-κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία. Για να εδραιωθεί αυτή η πεποίθηση, κυκλοφόρησαν διάφοροι «δράκοι» της ενημέρωσης, όπως η φωτογραφία του Ουκρανού πρωθυπουργού Αρσένι Γιάτσενιουκ στην οποία δήθεν χαιρετούσε ναζιστικά, συν κάποια πραγματικά στοιχεία όπως είναι οι σχέσεις της Χρυσής Αυγής με τα ακροδεξιά κόμματα της Ουκρανίας, Σβόμποντα και «Δεξιό Τομέα».

Αυτή η γνωστή «αντιιμπεριαλιστική» ανάγνωση της ιστορίας ξεκίνησε από τον ιστότοπο iskra του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτη Λαφαζάνη, που βρήκε μία ακόμη ευκαιρία να τεκμηριώσει πόσο «κακή» για τους λαούς είναι η Δύση, και συγκεκριμένα η Ευρώπη και οι ΗΠΑ. Ομως το παραμύθι έμπαζε από παντού. Οπως έγραψε και ο συνάδελφος Μιχάλης Μητσός: «Οι ναζί ανέλαβαν την εξουσία στο Κίεβο και ψήφισαν μια σειρά από νόμους που απαγορεύουν το Κομμουνιστικό Κόμμα, αποποινικοποιούν τη ναζιστική προπαγάνδα, απαγορεύουν τις γλώσσες των μειονοτήτων, αναθέτουν τη φύλαξη της χώρας στους παραστρατιωτικούς; Εγιναν τέτοια πράγματα; Και δεν πήραμε χαμπάρι τίποτα; Και δεν έγραψε τίποτα ο ξένος Τύπος; Και δεν είπε λέξη η Ευρώπη;» («Τα Νέα», 28.2.2014).

Το βασικό πρόβλημα όμως ήταν ότι την ίδια ακριβώς «αντιιμπεριαλιστική» ανάγνωση έκανε και η Χρυσή Αυγή, η οποία κατήγγειλε τους «Αμερικανούς και Γερμανούς σιωνιστές… (που) συνεργάζονται άμεσα με το ναζιστικό κόμμα της Ουκρανίας» (ανακοίνωση Χ.Α., 27.2.2014)! Σύμφωνα με την ίδια οργάνωση: «Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. με την υποστήριξη της ουκρανικής αντιπολίτευσης ουσιαστικά στοχεύουν στην περικύκλωση της Ρωσίας και στην απομόνωσή της. Με την προσπάθεια ένταξης στην Ε.Ε. προβλεπόταν και η μετέπειτα ένταξη στο ΝΑΤΟ και η εκπαραθύρωση της Ρωσίας από την Κριμαία» («Τα αίτια του αμερικανοσιωνιστικού πραξικοπήματος στην Ουκρανία», 2.3.2014).

Η προτίμηση της Χρυσής Αυγής στον Πούτιν κι εναντίον των ακροδεξιών αδελφών κομμάτων της Ουκρανίας (τα οποία πράγματι ήταν στις μεγάλες διαδηλώσεις του Μαϊντάν ενάντια στον φιλορώσο πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς) δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σχεδόν όλα τα ακροδεξιά κόμματα έγιναν χειροκροτητές του Βλαντιμίρ Πούτιν και πρόθυμοι προπαγανδιστές των χειρισμών του στην Κριμαία, όπως γράφει ο Πολ Εϊμς στην επιθεώρηση Business Insider. «Ζήτω το δημοψήφισμα στην Κριμαία», ανέκραξε τον περασμένο Μάρτιο ο Matteo Salvini, αρχηγός της ιταλικής Λέγκας του Βορρά, επειδή «αντιστέκονται στις διεθνείς επιταγές της Μέρκελ, του Ομπάμα και του Μπαρόζο». Το πιο δεξιό από την ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά, Εθνικό Μέτωπο της Ιταλίας έβγαλε τον περασμένο Σεπτέμβριο αφίσες με την εικόνα του Ρώσου προέδρου και το σύνθημα «Είμαι με τον Πούτιν». Ο πρόεδρός του Adriano Tilgher έγραψε διθυράμβους στην προσωπική του σελίδα στο Facebook: «Ο Πούτιν είπε “όχι” στην Ευρωπαϊκή Ενωση (…) είχε θαρραλέα θέση ενάντια στο λόμπι των ομοφυλοφίλων κι ενάντια στα χρηματοοικονομικά κέντρα που ήθελαν πόλεμο στη Συρία».

Αντίστοιχη θέση υπέρ του Πούτιν πήρε και το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν. Η εκπρόσωπος Τύπου του ακροδεξιού γαλλικού κόμματος δήλωσε μάλιστα στον Εϊμς ότι «στη Ρωσία βλέπουν το Εθνικό Μέτωπο πολύ θετικά. Δεν μας ανέχονται απλώς. Μας βλέπουν σαν φίλους».

Σοβιετικές τεχνικές

Ο Mitchell Orenstein, επικεφαλής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστημίου Northeastern της Βοστώνης, έχει μια εξήγηση γι’ αυτήν τη σύγκλιση: «Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η Σοβιετική Ενωση ενίσχυε τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης και αυτά με την σειρά τους πόνταραν στη Μόσχα και προσπαθούσαν να περάσουν στη Δύση κάποιες μορφές προπαγάνδας. Η Ρωσία σήμερα χρησιμοποιεί πολλές από τις σοβιετικές τεχνικές, αλλά τώρα βρίσκει τους ακροδεξιούς καλύτερους συνεργάτες από τους ακροαριστερούς».

Θα πίστευε κανείς ότι οι προτιμήσεις της Ακροδεξιάς προς τη διακυβέρνηση Πούτιν έχει να κάνει με το όραμά της για ένα «Φύρερ», έναν ηγέτη δηλαδή που δεν σκοτίζεται πολύ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς συνθήκες, αλλά είναι πολύ σίγουρος και «μάγκας» ώστε να παραβλέπει τις «λεπτομέρειες του δικαίου» για το «μεγαλείο του έθνους».

Ομως ο Mitchell Orenstein σε άρθρο που δημοσίευσε στην επιθεώρηση Foreign Affairs μιλάει για μια άτυπη «μαύρη διεθνή» που έχει έδρα τη Μόσχα και δεσμούς με όλα τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης. Το ναζιστικό κόμμα Τζόμπικ (τρίτο στο ουγγρικό Κοινοβούλιο) είναι προνομιακός συνομιλητής κύκλων της ρωσικής ελίτ που βρίσκονται κοντά στον Πούτιν. Ο ηγέτης του, ο Γκάμπορ Βόνα, εκλήθη τον Μάιο του 2013 να μιλήσει στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας από Ρώσους εθνικιστές, ενώ συναντήθηκε με κορυφαία στελέχη της Δούμας. Σύμφωνα με δικτυακό τόπο των Ούγγρων ναζιστών, η επίσκεψη «έκανε φανερό ότι οι Ρώσοι θεωρούν το Τζόμπικ ως συνεταίρo». Το ναζιστικό κόμμα ασκεί σφοδρή κριτική στους ευρωατλαντικούς θεσμούς της Ουγγαρίας και θεωρεί ότι το δημοψήφισμα για την Κριμαία είναι «παράδειγμα προς μίμηση». «Oι ψίθυροι επιμένουν», γράφει ο Mitchell Orenstein, «ότι ο ενθουσιασμός του Τζόμπικ πληρώνεται με ρωσικά ρούβλια».

Το ίδιο υπονοεί και για τη Χρυσή Αυγή ο κοσμήτορας του Πανεπιστημίου Northeastern της Βοστώνης. Αναφέρει επίσης ότι δικτυακός τόπος σχετιζόμενος με τη Χρυσή Αυγή δημοσίευσε την είδηση πως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου τους Μόσχας και πρώην σύμβουλος του Κρεμλίνου Αλεξάντερ Ντούγκιν (πατέρας του δόγματος περί ευρασιατικής πολιτικής της Ρωσίας) έστειλε επιστολή στον έγκλειστο Νίκο Μιχαλολιάκο, στην οποία «προσέφερε υποστήριξη για τις γεωπολιτικές θέσεις της Χρυσής Αυγής».

Τέλος, ένα τηλεγράφημα που αποκαλύφθηκε από τα WikiLeaks δείχνει ότι «το ακροδεξιό κόμμα Ατάκα έχει στενούς δεσμούς με τη ρωσική πρεσβεία στη Σόφια. Εκθέσεις που δείχνουν ότι το Ατάκα χρηματοδοτείται από τη Ρωσία κυκλοφορούν εδώ και χρόνια, αλλά δεν έχουν εξακριβωθεί. Αλλά οι αποδείξεις για τον ενθουσιασμό του Ατάκα προς την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας είναι δημοσιοποιημένες. Το Ράδιο Βουλγαρία μετέδωσε την είδηση ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του Ατάκα «επέμενε να αναγνωρίσει η Βουλγαρία τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στην Κριμαία για προσάρτηση της περιοχής στη Ρωσική Ομοσπονδία». Εν τω μεταξύ, ο αρχηγός του κόμματος Βόλεν Σιδέροφ ζητάει επίμονα να μπλοκάρει η Βουλγαρία με βέτο τις αποφάσεις για οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία.

Παρατηρητές στην Κριμαία

Υπάρχει όμως ένα επιπλέον στοιχείο που δείχνει την υποστήριξη κάποιων πολιτικών ομάδων για την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σχεδόν όλα τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης (και μερικά ακροαριστερά, με πρώτο το γερμανικό De Linke) έστειλαν παρατηρητές στο παράνομο δημοψήφισμα της Κριμαίας. Ηταν εκεί το ουγγρικό Τζόμπικ, το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, το βουλγαρικό Ατάκα, το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας, το βελγικό Βλάαμς Μπελανγκ, η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι μαζί με τη Λέγκα του Βορρά, όπως και το πολωνικό ακροδεξιό μόρφωμα «Αυτοάμυνα».

Το συμπέρασμα του Mitchell Orenstein είναι ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να ερευνήσουν την πιθανή χρηματοδότηση από το εξωτερικό των ακροδεξιών κομμάτων στην Ε.Ε. «Κάποια από αυτά τα κόμματα στο Ευρωκοινοβούλιο, που δουλεύουν καθημερινά για να απονομιμοποιήσουν την Ευρώπη και των οποίων η εκλογική επιρροή αυξάνεται, μπορεί να χρηματοδοτούνται από τη Ρωσία… Η Ρωσία μπορεί σύντομα (σ.σ.: μετά τις ευρωεκλογές) να καταστρέψει την ενότητα της Ε.Ε. από τα μέσα».

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.