Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Από το ΜΙΚΡΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΥΝΟΡΩΝ, του ΓΚΑΖΜΕΝΤ ΚΑΠΛΑΝΙ

 

gazi.0ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑ και πάθαμε την πλάκα μας. Οι καφετέριες ήταν γεμάτες κόσμο, ειδικά νέους. Τα μαγαζιά λαμπερά, στολισμένα ακόμα από τα φώτα της Πρωτοχρονιάς. Οι διαφημίσεις πανταχού παρούσες. Πολυτελή αυτοκίνητα και ωραίο ντύσιμο. Και οι πέντε κοιτούσαμε σαστισμένοι. Χωρίς να το πολυσκεφτούμε, αποφασίσαμε πως εδώ είναι το ιδανικό μέρος για να βρούμε δουλειά και να ζήσουμε. «Καταλαβαίνετε, ρε μαλάκες, τι χάσαμε με τον κομμουνισμό;» ρώτησε ο Τζεμάλ, αλλά με ένα ύφος που έδειχνε πως απευθύνοταν περισσότερο στον εαυτό του. Δεν ξέραμε τι να πρωτοθαυμάσουμε, όταν ένας από τους οδηγούς που είχε έφεση στις θεωρητικές συζητήσεις είπε τη φράση που υποκίνησε μια άλλη φλογερή ανταλλαγή απόψεων σε εκείνο το τσουχτερό κρύο: «Είναι τυχεροί οι Έλληνες. Έτσι ήταν από τα αρχαία χρόνια». Και συνέχισε, ξεφορτώνοντας όλη τη δεξαμενή των ιστορικών του γνώσεων και λέγοντας πως η Ελλάδα σώθηκε παρά τρίχα από τον κομμουνισμό, χάρη στους Αμερικανούς, πως τώρα οι Έλληνες ζούσαν με τα λεφτά των Ευρωπαίων και ότι στην ουσία δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να πηγαίνουν για μπάνια το καλοκαίρι και να διασκεδάζουν τη νύχτα. «Γιατί να μην πέσει σε αυτούς ο Ενβέρ Χόντζα και να πέσει σε μας, γαμώ τη μάνα τους, γαμώ», αναρωτήθηκε βάζοντας έτσι τέλος στον ιστορικό του μαραθώνιο. Μόνο που αυτή την ερώτηση την έκανε κοιτώντας προς τον ουρανό, λες και συνομιλούσε με κάποια ανώτερη δύναμη ή λες και ζητούσε κάποια εξήγηση από τον ίδιο το Θεό. Τότε πετάχτηκε ο Τζεμάλ, ο οποίος έδειχνε πολύ ζήλο για τις θεωρητικές περιπλανήσεις, και απάντησε: «Γιατί εμείς είμαστε μαλάκες, να γιατί». Αντί του ουρανού είδε με ύφος μονομάχου τον οδηγό. Εκείνος δεν αντέδρασε. Ούτε ο άλλος ο οδηγός μίλησε. Το ίδιο κι  εγώ. Μόνο το παιδί του σεξ πήρε το θάρρος και είπε κάτι για τη μοίρα  και ότι η ιστορία είναι μεγάλη πουτάνα και φάνηκε πως όλοι καλύφθηκαν από την πορνογραφική ερμηνεία της ιστορίας. Έτσι προχωρήσαμε.
Περπατώντας στην πόλη είδαμε κάποιες οικοδομές που χτίζονταν. Όλοι μας είχαμε μάθει ήδη από το προηγούμενο βράδυ την ελληνική λέξη «δουλειά». Πλησίασα μαζί με το παιδί του σεξ τους εργάτες: «Δουλειά…» είπα. «Νο δουλειά», απάντησε ένας εργάτης και μου φάνηκε σαν να χαμογέλασε με οίκτο. Τα παρατήσαμε και πήγαμε παραπέρα. Συναντήσαμε μια άλλη οικοδομή. «Δουλειά…». Αντί απάντησης,  εδώ πήραμε ένα ολόκληρο κατεβατό από λέξεις που δεν καταλάβαμε τι σήμαιναν. Από το ύφος του εργάτη που είχαμε ρωτήσει εισπράξαμε πως είχε θυμώσει που του απευθύναμε το λόγο και πως ήθελε να μας δώσει να καταλάβουμε ότι έπρεπε να του δίνουμε.
Αυτό κάναμε. Ενώ συνεχίζαμε να περπατάμε, το παιδί του σεξ σταμάτησε μπροστά στην τζαμαρία μιας καφετέριας γεμάτη από νεολαίους και κοιτούσε τον κόσμο που ήταν μέσα. «Δεν έχω δει ποτέ τόσο ωραίες κοπέλες», είπε με όλη την αθωότητά του. «Που να έβλεπες εσύ ωραίες κοπέλες, στο χωριό σου; Εσύ μόνο αγελάδες έχεις δει στη ζωή σου», τον κορόιδεψε ο Τζεμάλ με ύφος ανθρώπου που μόλις είχε φτάσει με την τελευταία πτήση από την Νέα Υόρκη. Οι υπόλοιποι ξέσπασαν σε γέλια. Αμέσως όμως σοβάρεψαν πολύ και προβληματίστηκαν, αφού είδαν μέσα στην καφετέρια ένα μαύρο άντρα να φιλιέται με μια ξανθιά κοπέλα. «Βλέπεις», είπε ο ένας από τους οδηγούς, «έχει φράγκα ο αράπης, δεν είναι σαν και μας ξεβράκωτος». Ο άλλος οδηγός τον παρότρυνε να αφήσει τον αράπη στην ησυχία του και να σκεφτούμε πως θα βρούμε δουλειά. Αλλά ο Τζεμάλ βρήκε για άλλη μια φορά την ευκαιρία να δώσει συνέχεια στη συζήτηση λέγοντας πως οι γυναίκες των πλουσίων ψοφάνε για αράπηδες και μετανάστες, γιατί ουσιαστικά σε αυτές τις χώρες δεν υπάρχουν άντρες. Για την ακρίβεια, οι άντρες πλαγιάζουν ο ένας με τον άλλο και αφήνουν τις γυναίκες μόνες τους. Ήταν μια συζήτηση την οποία το παιδί του σεξ παρακολουθούσε με μεγάλη όρεξη και από την αντίδρασή του φαινόταν ότι εκείνη τη στιγμή στο κεφάλι του έκαναν βόλτες διάφορες εικόνες και ιδέες. Ένας από τους οδηγούς, αυτός που είχε αναρωτηθεί γιατί έπεσε σε μας ο Ενβέρ Χότζα και όχι στους Έλληνες, επέμενε να συμπληρώσει το παζλ όλης αυτής της συζήτησης και είπε πως η ευημερία τελικά χαλάει τους άντρες, τους κάνει μαλθακούς, σαν γυναίκες, και έδωσε μια πρωτότυπη εξήγηση, σύμφωνα με την οποία μόνο οι Αλβανοί άντρες, όσο καλά και αν ζούσαν, δεν γίνονταν ποτέ σαν γυναίκες, για πρώτον είναι πολύ πεινασμένοι για γυναίκες και δεύτερον, και το κυριότερο, τον ανδρισμό τον έχουν στο
DNA τους.
……………………………………………..

 

του Σωτήρη Δημητρίου,  tsamantas

appiaΤο Αππία και το Εγνατία μάς ξυπνούσαν χαράματα με τις άγκυρες. Το Εγνατία ήταν άσπρο και ανοιχτό μπλε και το Αππία κίτρινο σ’ όλη την καρίνα. Απ’ την άνοιξη έφερναν πολύχρωμους τουρίστες με σακίδια. Στο πρώτο μας σπίτι στα Πλατάνια πλάι στη θάλασσα, τους χάζευα με τις ώρες να κάνουν οτο-στοπ. Χάζευα και τους ψαράδες που απ’ την αμμουδιά τραβούσαν τα δίχτυα και φώναζαν εν χορώ «ε-οπ», «ε-οπ». Στραφτάλιζαν τα φύκια, ολοκάθαρα, μολυβένια τα νερά. Οταν έφευγαν τα καράβια σφύριζαν σαν μεγεθυμένες καραμούζες. Φεύγαμε και μεις καμιά φορά μαζί τους, νοερά. Ο μικρός κόλπος της πόλης, μας ένωνε με όλα τα λιμάνια και τις θάλασσες της Γης.

Οταν πήγαμε στο δικό μας σπίτι, μα τη στεναχώρια της μάνας μου. Δίπλα ήταν ο γύφτικος μαχαλάς. «Τι θα γένομε» έλεγε. «Μες στους γύφτους». Ευτυχώς δεν μου μετέδωσε αυτό της το αίσθημα. Και τότε αλλά και τώρα, όποτε πηγαίνω στο πατρικό μου, η γειτνίαση μαζί τους είναι για μένα χαρά.

Η πόλη ήταν «μαζέματα», όπως λέγανε. Αρβανίτες, Γύφτοι, Βλάχοι, Μικρασιάτες πρόσφυγες, Βουνίσιοι απ’ την Μουργκάνα αλλά και τον Γράμμο, Κερκυραίοι. Οι Κερκυραίες μιλούσαν μουσικά τραβώντας τις ουρές, κοφτά και τραχιά οι Αρβανίτες, κελαρυστά οι Βλάχοι, γεμάτοι απορία και θαυμασμό οι γύφτοι, με παροιμίες κάθε δεύτερη κουβέντα οι Βουνίσιοι. Ετσι διαμορφώθηκε μια γλώσσα ευφωνική, λίγο τραγουδιστή με απρόσμενα μπόλια απ’ τα διάφορα ιδιώματα και τις γλώσσες. Σχολείο γλωσσικής αισθήσεως και ανεκτικότητος ήταν οι κουβεντούλες στους δρόμους, στις γειτονιές, στα καφενεία, στη λαϊκή.

Αλλά το αγαπημένο σχολείο των παιδιών του Γυμνασίου ήταν οι δύο σινεμάδες, ο «Σινέ-Οασις» και ο «Σινέ-Θυάμις». Ολη την εβδομάδα περιμέναμε πώς και πώς το Σάββατο, που είχαν μαθητική προβολή. Ο ανταγωνισμός τους ήταν τρομερός. Πρόβαλλαν κάθε φορά τρεις ταινίες με ένα εισιτήριο. Εφτασαν νομίζω κάποτε να προβάλλουν τέσσερις. Μπαίναμε Σάββατο μεσημέρι και βγαίναμε αργά το βράδυ με αστράκια στα μάτια. Οταν έβγαινα μου φαινόταν ότι έλειπα απ’ την πόλη χρόνια. Τη Δευτέρα ήταν φανερή αμέσως η επίδραση απ’ αυτή την αναπαυτική βόλτα στον κόσμο. Μετά την ταινία «Ενας άντρας, μια γυναίκα» επί παραδείγματι, τα βλέμματα ήταν γεμάτα γλύκα και ρομαντισμό, οι κινήσεις έγιναν πιο ρεμβώδεις. Είμαι δε σίγουρος ότι οι μαθητές για βδομάδες κοιμούνταν αγκαλιά με την πρωταγωνίστρια -με τις κατάλληλες προσαρμογές βέβαια- και οι μαθήτριες με τον πρωταγωνιστή· και τι πρωταγωνιστής, ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Μετά την ταινία «Να πεθάνει το χτήνος», όλοι ήμασταν έτοιμοι με βαριά, άγρυπνα βλέμματα να υπερασπιστούμε το δίκαιο. Για καιρό άκουγες μετά τη «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι» τη μουσική της ταινίας με σφυρίγματα.

Την άνοιξη φεγγοβόλαγε ήπια το ηλιοβασίλεμα με χίλια χρώματα. Το ατενίζαμε με ρίγος και ενδιαφέρον – σαν να ήταν ανθρώπινο δημιούργημα· πιο πίσω ήταν η Δύση, απ’ όπου έρχονταν τα καράβια και οι ταινίες. Στεφάνωνε αυτό το μεγάλο σινεμασκόπ όσα είχαμε δει στο σινεμά και τότε πλαντάζαμε. Σαν αγγελαγγιγμένοι βαδίζαμε γεμάτοι μυστικά και νοήματα. «Είναι πάνω στη ζούρλια» έλεγαν οι μανάδες μας με κρυφό θαυμασμό γι’ αυτό το καινούργιο ύφος της ζωής.

Χρόνια και χρόνια η πόλη να κοιτάζει με επιμονή προς τη Δύση τα κατάφερε. Δεκάδες μεγάλα βαπόρια πλέον, μπαινοβγαίνουν στο λιμάνι της. Μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι γεμάτος ο κολπίσκος. Την ημέρα πολύχρωμος, τη νύχτα πάμφωτος από μετακινούμενες φωτισμένες νησίδες. Μεγάλωσε η πόλη. Δεν ακούγονται πλέον στο σπίτι μου οι άγκυρες. Πάνε και οι σινεμάδες, πάνε και το Αππία και το Εγνατία.

Καμιά φορά -επισκέπτης στην πόλη μου- κατεβαίνω στη βόλτα, στα Πλατάνια. Σπάνια συναντώ κανέναν γνωστό. Νέοι κάτοικοι μπήκαν στο προσκήνιο. Αλλοι γυμνασιόπαιδες νέμονται την πόλη με φωνές και ορμή. Ομολογώ πως τους θεωρώ λιγάκι παρείσακτους. Ούτε γύφτους βλέπω. Εδώ που τα λέμε, οι γύφτοι πάντα απουσίαζαν απ’ τα δημόσια μέρη της πόλης· απ’ τη βόλτα, απ’ τα καφενεία, απ’ τον σινεμά. Σπανίως έβλεπες καμιά γυναίκα τους στην εκκλησία. Ποιος ξέρει τι τους έλεγαν τα μάτια μας και κρυβόντουσαν. Ούτε ακούω από παιδιά, εκείνα τα διάφορα πουλάκια «τσι φάτσε», «γκίνε», «τσισβέτε», «μιρ». Φαίνεται πως οι νεότεροι γονείς ευθυγραμίστηκαν με τη νεοελληνική καθομιλουμένη. Μπορεί να ‘καναν καλά. Πάντως, σαν κάτι νόστιμο να λιγόστεψε.

«Ασχημη πόλη, όλο μπετόν» λένε μερικοί, αλλά εμένα μου φαίνεται πανέμορφη. Δεν σταθμίζεται αυτή η αγάπη με την εμφάνιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα συγγενικά μας πρόσωπα. Εξάλλου έχει και όμορφα μέρη, αρκεί να ‘χεις μάτια.

Ανηφόριζα έφηβος το μεσημεράκι μετά το σχολείο για το σπίτι μου. Ανοιξη. Λουλούδια, μελίσσια και ραδιόφωνα. Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Κέρκυρας εξέπεμπε συνέχεια εκείνα τα όμορφα έντεχνα λαϊκά. Στην Τρουμπάτα άκουγα από μια αυλή,

έστειλα ένα περιστέρι
στην απάνω γειτονιά

Περπατούσα ανέμελα, με τα βιβλία ανά χείρας, χύμα, όπως ήταν τότε η μόδα. Αχ να περπατούσα πάλι έτσι αλλά όμως να ήξερα τι ζούσα, όπως το ζω τώρα ως ανάμνηση.

Αλλαξαν όψη οι γειτονιές, ο θάνατος παίρνει τους παλιούς γείτονες, αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο λάμπει μέσα μου η πόλη των παιδικών μου χρόνων.

O.Y.K 7Αν θέλει κανείς να πάρει μια γεύση της κουλτούρας των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτος του Ιράκ και της Συρίας» (ISIS), αυτών που καταδιώκουν χριστιανικές και άλλες μειονότητες, σκοτώνουν αμάχους και εξωθούν χιλιάδες στη φυγή και στην προσφυγιά, ας επισκεφτεί τον ιστότοπο http://tinyurl.com/k6bh3nq. Θα δει ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας 10 λεπτών με τίτλο «Εκπαιδεύοντας παιδιά για την τζιχάντ (ιερός πόλεμος)». Δείχνει παιδιά 10 ετών που τα εκπαιδεύουν στο μίσος μεγάλοι με καθυστερημένο εγκέφαλο. Θα φρίξει διαβάζοντας (στους αγγλικούς υπότιτλους) να λένε ότι θα σκοτώσουν όλους τους απίστους, διότι και οι άπιστοι σκοτώνουν μουσουλμάνους, ιδιαίτερα οι Ευρωπαίοι. Ακούμε φράσεις όπως «θα απαγάγουμε τις γυναίκες σας και θ’ αφήσουμε τα παιδιά σας ορφανά, όπως κάνατε κι εσείς» ή «δεν θέλουμε ευτυχισμένη ζωή και ταξίδια – μας τραβούν μακριά από τον θεό». Ή «το ισλαμικό κράτος ιδρύθηκε με το αίμα των πιστών».

Σε ποιον μεσαίωνα ζουν αυτοί οι άνθρωποι; Πόσο απέχουν οι αξίες τους από τις ευρωπαϊκές αξίες του διαφωτισμού, της ανοχής στη διαφορετικότητα, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Πόσοι αιώνες καθυστέρησης μας χωρίζουν από αυτούς;

Αν θέλετε απάντηση στα ερωτήματα αυτά, δείτε το ντοκιμαντέρ, διάρκειας τριών λεπτών, που αναρτήθηκε πρόσφατα -μόλις στις 7 του μηνός- στο http://tinyurl.com/nxhwu7t. Θα φρίξετε ακούγοντας ελληνόπουλα 18 χρονών, που υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία, να φωνάζουν συνθήματα, όπως: «Λοκατζής, σε βουνό χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, μόνο αίμα, και τι αίμα, τουρκικό, σκοπιανό, αραβικό, αλβανικό. Τα G3 να βαράνε, χήρες και ορφανά να χαλάνε και τα σπίτια τους να καίνε». Παραλείπω τις βαριές σεξουαλικές προσβολές πολιτικών προσώπων της γείτονος.

Θα προσέξατε ότι τα συνθήματα στα δύο βίντεο είναι σχεδόν ταυτόσημα. Τι συμβαίνει λοιπόν; Εχει χάσει η Ευρώπη τις αξίες της ή εμείς δεν είμαστε Ευρώπη; Συμβαίνει το δεύτερο. Ή τουλάχιστον αυτό θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε η διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων, στρατιωτική και πολιτική. Δεν ίδρωσε το αυτί της από την κυκλοφορία αυτού του βίντεο, που μας εκθέτει ακόμη μια φορά, αφού κάνει τον γύρο του κόσμου. Δεν είναι δα και το πρώτο του είδους που κυκλοφορεί. Ας θυμηθούμε τους άνδρες του Λιμενικού που κραύγαζαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου 2010 για το αίμα και το δέρμα των Αλβανών και την πολιτική κάλυψη που τους έδωσε ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Φαήλος Κρανιδιώτης. Πρόκειται για συνεχείς ενέσεις μίσους που αντιμετωπίζονται συνήθως με παχυδερμία της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων. Αυτήν εξέφρασε πρόσφατα ο ευσεβής αρχηγός ΓΕΝ κ. Αποστολάκης, που σε καιρό κρίσης χρησιμοποίησε πολεμικό ελικόπτερο ως προσωπικό αεροταξί για να διακόψει τις διακοπές του προκειμένου να προσκυνήσει τη Μεγαλόχαρη. Η ύβρις του 2010 τουλάχιστον παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη. Τούτην, η κυβέρνηση, όπως και η αριστερή αξιωματική αντιπολίτευση, φαίνεται να τη θεωρούν φυσιολογική. Πιστεύει κανείς ότι αυτά είναι άσχετα από τη γενικότερη καθυστέρηση της χώρας;

του Διονύση Γουσέτη, kathimerini.gr

 

9863397E3148AEDC2AC7C07F093749EDΠολλές φορές τον τελευταίο καιρό ακούω και διαβάζω για το ποια πρέπει να είναι η σχέση των εταιρειών με τα πανεπιστήμια. Υπάρχουν απόψεις ότι δεν θα πρέπει να έχουν καμία σχέση οι εταιρείες με τα πανεπιστήμια γιατί κατευθύνουν τη γνώση σε αγοραίες λογικές. Αλλες απόψεις λένε ότι θα πρέπει να υπάρχει ελεύθερη σχέση των εταιρειών με τις ερευνητικές ομάδες. Να δούμε κατ’ αρχάς τι ισχύει σήμερα στη χώρα, τι δεν ισχύει και τι θα έπρεπε να ισχύει· κατά τη γνώμη του γράφοντος πάντα.

Πρώτα πρώτα, εδώ και πολλά χρόνια ισχύει η σύναψη συμφωνίας ερευνητικών προγραμμάτων ανάμεσα σε εταιρείες και ερευνητικά εργαστήρια. Δεν απαγορεύεται. Μάλιστα, σε αυτήν τη λογική βρίσκουν δουλειά χιλιάδες νέοι επιστήμονες. Θα μπορούσε να πει κανείς να μην επιτρέπεται κάτι τέτοιο και όλη η έρευνα να γίνεται είτε στα κρατικά εργαστήρια για λογαριασμό του κράτους είτε στα εργαστήρια των εταιρειών για λογαριασμό τους.
Να τα δούμε λίγο αυτά τα δύο.
Αν επιτρεπόταν η έρευνα στα κρατικά εργαστήρια να γίνεται μόνο με κρατικά -ή με κρατικά και ευρωπαϊκά- χρήματα, τότε θα είχαμε δύο ειδών προβλήματα: πρώτον, θέματα επάρκειας της φθίνουσας χρηματοδότησης για τη συντήρηση του ερευνητικού δυναμικού και, δεύτερον, θέματα επιπτώσεων της χρηματοδότησης στην εθνική οικονομία. Οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα βαίνουν μειούμενες σε πραγματικές τιμές και πρέπει να μοιράζονται σε μια ολοένα διευρυνόμενη βάση ερευνητών. Βαθμιαία, αν δεν προκύψει κάποιου είδους στόχευση, η κρατική ερευνητική δαπάνη θα καταλήξει να είναι ένα «ερευνητικό χαρτζιλίκι» ανά ερευνητή. Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή χρηματοδότησης σ’ αυτή την περίπτωση. Το σπουδαιότερο όμως θέμα είναι η επίπτωση της ερευνητικής δαπάνης στην οικονομική ανάπτυξη. Αν η δημόσια ερευνητική υποδομή παράγει ερευνητικά αποτελέσματα που δεν είναι, εν μέρει, σχετικά με τις ανάγκες του ελληνικού οικονομικού ιστού, τότε θα διαπιστώσουμε ότι λειτουργεί προς όφελος οικονομιών εκτός Ελλάδας. Δηλαδή, οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα στην Ελλάδα (όπως και το ρεύμα των καλά εκπαιδευμένων αποφοίτων των πανεπιστημίων μας) δημιουργούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε άλλες οικονομίες! Είμαστε σίγουροι ότι το θέλουμε αυτό; Η λογική λέει «όχι» και ο τρόπος για να το λύσουμε είναι να ενισχύσουμε τους δεσμούς της έρευνας με την παραγωγή.
Θα μπορούσε όμως επίσης το κράτος (το πανεπιστήμιο δηλαδή) να ιδρύει σε κάθε πανεπιστήμιο εταιρείες αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και να λειτουργεί ως ένας σκληρός ιδιώτης που προστατεύει τα δημόσια χρήματα. Δεν το κάνει όμως. Με το να μην το κάνει, υπακούοντας στη «σοφή» υπόδειξη «έξω οι εταιρείες από τα πανεπιστήμια», ουσιαστικά παίζει τον broker των εταιρειών, αφού, σύμφωνα με τον νόμο, όταν τα ερευνητικά αποτελέσματα δημοσιευτούν προτού γίνει κατοχύρωση από πλευράς πανεπιστημίου, θεωρείται πλέον δημόσιο αγαθό (public domain) και μπορεί κάθε εταιρεία να τα εκμεταλλευτεί χωρίς να πληρώσει τίποτα. Αρα μη φτιάχνοντας μια εταιρεία αξιοποίησης των αποτελεσμάτων, το πανεπιστήμιο βοηθά αυτούς που υποτίθεται θέλει να αποκλείσει.
Αρα το σύνθημα «έξω οι εταιρείες από τα πανεπιστήμια» μάλλον είναι ψευδεπίγραφο και δεν προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, μάλλον το καταστρατηγεί. Θεωρώ ότι μπορούν να συμβούν και τα δύο. Δηλαδή και οι εταιρείες να συμβάλλονται με καλές ερευνητικές ομάδες (γιατί δεν είναι χαζός ο ιδιώτης να δώσει τα λεφτά του σε μια άχρηστη ερευνητική ομάδα), ώστε να παράγονται αποτελέσματα, με όφελος την εύρεση εργασίας σε νέους επιστήμονες που διαφορετικά θα έφευγαν έξω. Και το πανεπιστήμιο (αν έχει τα κότσια) να φτιάξει εταιρεία και να σέβεται τα κρατικά λεφτά, προασπίζοντας το δημόσιο συμφέρον. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε η μόνη χώρα που παίρνει το 0,6% του ΑΕΠ στα πανεπιστήμια για έρευνα και δίνει πίσω πολύ λιγότερο ως προστιθέμενη αξία στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Με τον υγιή ανταγωνισμό ίσως γίνουμε μια σωστή ευρωπαϊκή χώρα, με δημοκρατία στην έρευνα.
Ξέχασα να αναφέρω το πώς λειτουργεί η ΓΓΕΤ στη χώρα μας και πώς προασπίζει το δημόσιο συμφέρον. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

* Ο κ. Δημήτρης Κουρέτας είναι καθηγητής και πρώην αναπληρωτής πρύτανη στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

πηγή: kathimerini.gr

 

του Θ. Λαζαρίδη, axmi.gr

timthumbΠριν από ένα περίπου χρόνο δημοσιεύθηκε στην Αυγή ένα κείμενο με θέσεις-προτάσεις του τμήματος Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ. Κάθε κατάθεση προτάσεων και πρόσκληση σε διάλογο είναι θετική, ιδιαίτερα όταν απουσιάζουν ανάλογες προτάσεις από άλλα κόμματα. Οι προτάσεις όμως περιέχουν κάποια στοιχεία που μου προκαλούν ανησυχία κι έτσι αποφάσισα να ανταποκριθώ στην πρόσκληση.

Το κείμενο περιέχει γενικές αρχές και στόχους με τους οποίους κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει: «πνευματική καλλιέργεια, ολόπλευρη μόρφωση και ενίσχυση της δημοκρατικής συνείδησης».

Το ζήτημα είναι το πώς αντιλαμβάνεται κανείς αυτές τις αρχές και με ποιον τρόπο τις προάγει. Θα σταθώ στο τελευταίο, τη «δημοκρατική συνείδηση», και θα θέσω κάποια ερωτήματα.

Είναι δημοκρατία η ανοχή σε μειοψηφίες που επιδιώκουν να επιβάλουν την άποψή τους;

Είναι δημοκρατική πρακτική οι καταλήψεις σχολείων;

Είναι αυταρχισμός η εφαρμογή των νόμων που ψηφίζει η δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή;

Είναι «τεχνοφασισμός» η ηλεκτρονική ψηφοφορία;

Αν δεν συμφωνήσουμε πρώτα ως κοινωνία σε αυτά τα ζητήματα, δεν έχει νόημα να συζητάμε για εμπέδωση δημοκρατικής Παιδείας. Και ας μην ξεχνάμε ότι Παιδεία μεταδίδουμε όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τις πράξεις μας.

Η πρώτη αντίρρηση που μπορεί να διατυπώσει κανείς για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι το οικονομικό κόστος.  Διορισμοί και αυξήσεις μισθών φαντάζουν ανέφικτα στην παρούσα συγκυρία. Όπως και να έχει, το πρόγραμμα θα έπρεπε να συνοδεύεται με εκτίμηση του κόστους και αναφορά στο πού θα βρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι. Αντίρρηση μπορεί να φέρει κανείς και στην πρόταση για κατάργηση των συγχωνεύσεων σχολείων, οι οποίες είχαν και έχουν όχι μόνο οικονομική αλλά και εκπαιδευτική σκοπιμότητα. Από τη μια, είναι βολικό να έχει κάθε γειτονιά το σχολείο της. Αν αυτό το σχολείο, όμως, είναι πολύ μικρό, δεν θα μπορεί να προσφέρει το εύρος των επιλογών που μπορεί να προσφέρει ένα μεγαλύτερο σχολείο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οραματίζεται μια ενιαία υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι το τέλος του Λυκείου και μεταθέτει την τεχνική εκπαίδευση για μετά το Λύκειο. Αρκετές χώρες στην Ευρώπη έχουν 12-ετή υποχρεωτική εκπαίδευση, αμφιβάλλω όμως ότι είναι ενιαία.

Οι περισσότερες χώρες έχουν 9-ετή, όπως εμείς. Η επιθυμία να μορφωθούν όλα τα παιδιά στο μέγιστο βαθμό είναι θεμιτή. Είναι, όμως, ο στόχος που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ ρεαλιστικός;

Υπάρχουν παιδιά που στα 15 τους έχουν πια συνειδητοποιήσει ότι απεχθάνονται το διάβασμα. Θα ήταν απάνθρωπο να συνεχίσουμε να τα ταλαιπωρούμε με μαθήματα που δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν, για να τους επιτρέψουμε επιτέλους στα 20 τους χρόνια να γίνουν υδραυλικοί ή κομμωτές.

Ήδη το επίπεδο των μαθητών στα Τεχνικά Λύκεια είναι χαμηλότερο από τις απαιτήσεις των προγραμμάτων σπουδών. Εμείς θα αυξήσουμε κι άλλο τις απαιτήσεις αυτές; Ή μήπως θα κατεβάσουμε το επίπεδο του Γενικού Λυκείου, έτσι ώστε όλοι να μπορούν να το τελειώσουν, με αποτέλεσμα να αφήσουμε ανικανοποίητα τα παιδιά που έχουν ικανότητες για υψηλότερο επίπεδο;

Γιατί αυτή η ισοπέδωση; Γιατί να μην αναγνωρίσουμε, επιτέλους, ότι ο καθένας από εμάς έχει διαφορετικές δεξιότητες και ότι δεν μπορούμε συνεχώς να κατεβάζουμε τον πήχη στο όνομα της αντιμετώπισης των δήθεν ταξικών διακρίσεων;

Η πρόταση για ελεύθερη πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο είναι εντελώς ανεδαφική (αυτό αναγνωρίστηκε και εσωκομματικά, βλ. Κ. Σταμάτης, Αυγή, 6/4/14). Αν τυχόν υλοποιούνταν θα οδηγούσε σε τεράστιο αριθμό φοιτητών στις κεντρικές σχολές πρώτης ζήτησης και σε πλήρη μαρασμό των ΤΕΙ, για αυτό και αποκλείεται να εφαρμοστεί.

Η Ελλάδα είναι ήδη πρώτη στον κόσμο σε αριθμό γιατρών, μηχανικών και άλλων επαγγελματιών. Δεν το γνωρίζει αυτό το τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ και δεν το θεωρεί πρόβλημα; Μήπως αντί για ανεδαφικές εξαγγελίες θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε όλοι μαζί μια εκστρατεία ενημέρωσης της ελληνικής κοινωνίας, με σκοπό την άμβλυνση της υπέρμετρης προσήλωσής της στις πανεπιστημιακές σπουδές;

Το κείμενο θρηνεί για το «ανταγωνιστικό» κλίμα που επικρατεί στο σχολείο και για την οικονομική αφαίμαξη από τα φροντιστήρια. Μα ο ανταγωνισμός προκύπτει αναπόφευκτα στην προσπάθεια πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο και είναι ξεκάθαρα ένα αποτέλεσμα της μεγάλης διάστασης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αν δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τη ζήτηση (που δεν μπορείς), πρέπει να κοιτάξεις πώς θα τη μειώσεις. Τις δεκαετίες του ’80 και ’90 έγινε μια μεγάλη αύξηση του αριθμού των τμημάτων και των φοιτητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αυτό, όμως, δεν επηρέασε καθόλου τον ανταγωνισμό και την αύξηση του αριθμού των φροντιστηρίων. Μάλλον το αντίθετο συνέβη. Για τα φροντιστήρια η μόνη θεραπεία που προτείνει το Πρόγραμμα είναι η ελεύθερη πρόσβαση. Αυτή, όμως, είναι ανεδαφική. Άρα, ουσιαστικά, δεν υπάρχει πρόταση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πουθενά στο κείμενο δεν αναφέρεται η λέξη «αξιολόγηση». Ενώ το κείμενο στηλιτεύει την «εκπαίδευση της αμάθειας», δεν αποδίδει ούτε την ελάχιστη ευθύνη στους εκπαιδευτικούς, αλλά μέμφεται «τον κατακερματισμό του περιεχομένου, την αποσπασματικότητα και το μεγάλο πλήθος των μαθημάτων». Τα πρώτα δύο θέλουν σοβαρή επεξήγηση, γιατί έτσι δεν μου λένε τίποτε. Το τελευταίο ίσως είναι αλήθεια, αλλά περιμένω να δω ποια μαθήματα θα καταργηθούν πριν αποφασίσω.

Περιέργως για ριζοσπαστικό κόμμα, η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για τα Πανεπιστήμια είναι η διατήρηση του status quo, αν όχι η  επιστροφή στο παρελθόν.  Επιμένει ακόμα στο άσυλο της ανομίας και φυσικά στο να συνεχίσει η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που απαγορεύει τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ενώ επιτρέπει τα ιδιωτικά σχολεία σε κάθε άλλη βαθμίδα.

Προφανώς όλα έβαιναν καλά πριν την κρίση και το μόνο πρόβλημα ήταν η μείωση των δαπανών. Σημειωτέον ότι και πριν την κρίση η Αριστερά θεωρούσε ότι το μόνο πρόβλημα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης ήταν η «υποχρηματοδότηση», τίποτε άλλο.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι η κατεύθυνση στην οποία κινείται το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς η αντίθετη από την ορθή. Θεωρώ ότι οι προτάσεις αυτές, όσες είναι εφαρμόσιμες, αν υλοποιούνταν, όχι μόνο δεν θα έφερναν την επαγγελόμενη αναβάθμιση, αλλά θα είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, ολοκληρώνοντας το ξεχαρβάλωμα της Εκπαίδευσης που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80.

Το 16%

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες…

 

ndimelxa3-thumb-large

 

 

Από όλα τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών – εμένα δύο μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό.

Το 16% του Κασιδιάρη στην Αθήνα αλλά και το 11% του Παναγιώταρου στην Αττική. Το δεύτερο μάλιστα με ενόχλησε περισσότερο. Διότι αν ο Κασιδιάρης διαθέτει και μία πιο «φωτογενή» παρουσία, ο άλλος είναι μόνο ωμή δύναμη και φανατισμός.

Να πω, με πολλή θλίψη, πως αισθάνομαι δικαιωμένος;

Τόσα χρόνια που πολεμάω τις υπερβολές και τους μύθους του Ελληνικού εθνικισμού, έχω υποστεί τα πάνδεινα. Με έχουν πει μισέλληνα, ανθέλληνα, προδότη, μειοδότη, και πολλά άλλα.

Να όμως πού οδηγεί ο άκρατος εθνικισμός.

Στην οικογένεια, στο σχολείο, στο στρατό, προετοιμάζαμε χρόνια το έδαφος. Και τώρα φύτρωσαν τα μπουμπούκια.

Οι ακροδεξιοί της Νέας Δημοκρατίας, τα πρωτοπαλίκαρα του Δικτύου 21, που και σήμερα έχουν καίριες θέσεις γύρω στο Πρωθυπουργό, έχουν και αυτοί μεγάλη ευθύνη για τούτη την εξέλιξη. Πόσο νομίζετε ότι απέχουν οι απόψεις του Φαήλου Κρανιδιώτη ή και του Χριστόδουλου Γιαλλουρίδη (που έγινε και πρόεδρος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού!) από την βασική εθνικιστική ιδεολογία των Χρυσαυγητών; Μία ματιά στα κείμενα, θα σας πείσει.

Η ιδεολογία των νέο-ναζί εκφράζεται με τρεις λέξεις: εθνικισμός, ρατσισμός και αυταρχισμός. Οι δύο πρώτες είναι σχεδόν συνώνυμες: ο εθνικιστής πιστεύει πρώτα από όλα στην ανωτερότητα και μοναδικότητα του έθνους του.

Πράγμα που διδάσκεται σε όλη την επικράτεια.

Έτσι, παρά τις δικαστικές διώξεις, τις προφυλακίσεις, την δυσφήμιση και την καταφρόνια όλων σχεδόν των Μέσων, όλων των διανοούμενων, φτάσαμε στο 16%.

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες…

του Νίκου Δήμου, protagon.gr

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.