Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
 img_39911430218836-thumb-largeΌπως καταλαβαίνετε, ένα πιθανό δημοψήφισμα θα είναι ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ «ηθική υπεροχή της αριστεράς». Η κυβέρνηση θα έχει στην ουσία  ομολογήσει ότι η μόνη ρεαλιστική επιλογή της θα είναι να αποδεχθεί ένα ακόμα σκληρό πακέτο μέτρων, ακριβώς όπως οι γερμανοτσολιάδες προκάτοχοί της, και η μόνη διαφορά με αυτούς θα βρίσκεται στο στυλ. Εκείνοι το έκαναν και το φχαριστιόντουσαν γιατί είναι γεννημένοι μνημονιακοί, όργανα των δανειστών και εχθροί του λαού (που τον κυβερνούσαν με πραξάρες νομοθετικού περιεχομένου), ενώ τούτοι υποφέρουν, έχουν ευαισθησίες (μόνο αυτοί), είναι αθώα θύματα εκβιασμού και ασφαλώς οι μόνοι φίλοι του λαού (γι’ αυτό τον κυβερνούν με πραξούλες νομοθετικού περιεχομένου). Επομένως, στην κρίσιμη στιγμή, όταν θα πρέπει να ληφθεί η μείζων απόφαση, δεν θα αρκεστούν στην νωπή εντολή του ελληνικού λαού, στην οποία, παρεμπιπτόντως, όφειλαν να είχαν αρκεστεί οι εταίροι μας, αλλά θα εκχωρήσουν στους πολίτες τη δική τους ευθύνη.

Ένα δημοψήφισμα θα ήταν επίσης και μια επική ομολογία ήττας. Το κόμμα που πήρε την εξουσία διαλαλώντας ότι μόνο αυτό θα κάνει διαπραγμάτευση, ότι μόνο αυτό και όχι οι οσφυοκάμπτες μνημονιακοί είναι σε θέση να υποχρεώσει τον ευρωπαϊκό νότο σε πλατιά συμμαχία κατά της λιτότητας και το Βερολίνο σε άτακτη υποχώρηση, ξαφνικά αποδεικνύεται το ίδιο αναποτελεσματικό με τους προηγούμενους έστω και ομολογουμένως πιο φωτογενές. Οι δανειστές είναι το ίδιο ανυποχώρητοι, τα περιθώρια το ίδιο στενά, η πραγματικότητα ξεροκέφαλα αναλλοίωτη. Επομένως το πολιτικό τους σενάριο θα αποδειχθεί αστήρικτο και επιπόλαιο και οι ίδιοι υπόλογοι, γιατί επί χρόνια εκπαίδευαν ένα κομμάτι του λαού στη φαντασίωση των εύκολων λύσεων.

Πάνω από όλα όμως ένα δημοψήφισμα θα ήταν ένα καταστροφικό λάθος με απρόβλεπτες συνέπειες. Κανείς λαός δεν είναι σε θέση να πάρει αποφάσεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητα πρόβλεψης σε ένα πολυπαραγοντικό αχαρτογράφητο μέλλον, στην περιγραφή του οποίου ούτε εξειδικευμένοι επιστήμονες συμφωνούν. Ακόμα και αν παρακάμψουν με συνταγματικές ακροβασίες τον σκόπελο του δημοσιονομικού ερωτήματος και επεκτείνουν το δίλημμα σε διαρθρωτικές αλλαγές, πιστεύει κανείς ότι ο μέσος πολίτης είναι σε θέση να απαντήσει με επάρκεια π.χ. για τη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού; Μα ένα πάνελ ειδικών στην τηλεόραση είναι ικανό να σε τρελάνει, πόσω μάλλον μια παρέα στο καφενείο πριν πάει να ψηφίσει.Και βέβαια η παρέα αυτή, όπως και όλες οι άλλες παρέες της χώρας, θα έχει προηγουμένως φροντίσει να παραχώσει τις καταθέσεις στο στρώμα, αφού όποια διατύπωση και αν έχει το ερώτημα, στο υστερόγραφο θα γράφει «ευρώ ή δραχμή». Επομένως είναι σίγουρο ότι στη μοιραία εκείνη Κυριακή θα φτάσουμε χωρίς τράπεζες.

Οι σημαντικές αποφάσεις για την πορεία μιας χώρας είναι δουλειά των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγεσιών και των κοινοβουλίων που πρέπει να παίρνουν και το βάρος της ευθύνης, όσο ιστορική κι αν είναι αυτή, και όχι  δουλειά των πολιτών. Φαντάζεστε να έιχαν κληθεί οι πολίτες να αποφασίσουν για την είσοδο στην ΕΟΚ ή για το όνομα της ΠΓΔΜ σε ποια ιστορικά ανοσιουργήματα θα είχαμε παγιδευτεί; Η κυβέρνηση οφείλει να εξαντλήσει τα όρια της ξακουστής διαπραγματευτικής της δεινότητας και να καταλήξει σε συμφωνία, το βάρος της όποίας εκείνη και μόνο εκείνη θα χρεωθεί ή θα πιστωθεί. Έχει ισχυρή εντολή που ειναι σαφής και δεν χρειάζεται καμία ανανέωση. Και αυτή είναι η παραμονή στην ευρωζώνη. Αν δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της εντολής, ας την καταθέσει.

petroylakhs-andreas-thumb

 

 

 

του Ανδρέα Πετρουλάκη, protagon.gr

20150414160316_img_79281429028056-thumb-largeΠέρασε στα ψιλά η ανατριχιαστική φράση του Νίκου Βούτση, που από το βήμα της Βουλής απευθύνθηκε μαινόμενος στους βουλευτές της αντιπολίτευσης: «Το μακρύ σας χέρι στην επικοινωνία και την κατασυκοφάντηση του λαού, των κινημάτων και των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, θα κοπεί από τη ρίζα του…».

Αυτή η μεταφορά με τη φονταμενταλιστική χροιά, που χειροκροτήθηκε θερμά από όλους τους βουλευτές της συγκυβέρνησης, πολύ φοβάμαι ότι δίνει ένα ακόμα σήμα ακραίου φανατισμού και απολυταρχισμού. Η απειλή είναι άμεση και υποθέτω ότι τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν θα είναι με πολλούς τρόπους επώδυνα για όσους συκοφαντούν, κατά τον Βούτση, τον λαό γενικώς(!) αλλά και τα κινήματα και τις δυνάμεις της Αριστεράς.

Ποτέ δεν τα είχε καλά με τη δημοκρατική αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων ο ΣΥΡΙΖΑ. Εάν αποδελτιώσει κάποιος, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα συκοφαντικά εφευρήματα, μόνο τις χυδαίες επιθέσεις και τις απειλές που δέχθηκε ο Δημήτρης Χαντζόπουλος από την Αυγή του Φίλη, θα κατανοήσει ότι δεν ορκίζονται πίστη στην ελευθερία του Τύπου, παρά μόνο αν οι απόψεις του συμφωνούν μαζί τους. Τουλάχιστον ο Καμμένος μένει στις εξοντωτικές αγωγές, όπως αυτή κατά του Ανδρέα Πετρουλάκη… Και αυτά πριν αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Όμως τώρα ο Βούτσης είναι ένας πανίσχυρος υπουργός Εσωτερικών και η εικόνα του την ώρα που ούρλιαζε για χέρια και μαχαίρια μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο αποκτούσε άλλη βαρύτητα, ανέδιδε οσμή μίσους και ταυτοχρόνως πανικού.

Οι αδιέξοδες πολιτικές της νέας κυβέρνησης, που ετοιμάζεται να ρίξει τη χώρα στον δρόμο χωρίς γυρισμό πρέπει να αιτιολογηθούν, να αναζητηθούν οι υπεύθυνοι. Ο ένας πόλος των κακών είναι οι «άλλοι», οι εταίροι, οι δανειστές και όσοι συμφωνούν μαζί τους. Αυτή η επικοινωνιακή τακτική είναι το μόνιμο μοτίβο όλων των υπουργών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Τώρα, με εμφατικό τρόπο από το στόμα του Βούτση, βρέθηκε και η άλλη όψη του κακού: Τα άθλια ΜΜΕ και το μακρύ χέρι της επικοινωνιακής τακτικής των κομμάτων που πρέπει να κοπεί από τη ρίζα!

Ευτυχώς δεν ζούμε στο Αφγανιστάν ή στην επικράτεια του Κράτους του Ισλάμ, επομένως δεν μπορεί να εκληφθεί ως κυριολεξία αυτή η φράση, μοναδική στην ωμότητά της για τα κοινοβουλευτικά – πολιτικά ήθη. Ο Βούτσης ωστόσο έδωσε το σύνθημα και υπάρχουν πολλά πρόθυμα αυτιά στον χώρο τους και πέραν αυτού για να περάσουν στο παρασύνθημα και να κάνουν πράξη τις γνωστές βίαιες πρακτικές του παρελθόντος κατά των άθλιων γερμανοτσολιάδων και των φερεφώνων.

Το εμφυλιοπολεμικό «ή εμείς ή αυτοί», επιστρέφει. Όχι πλέον σαν προεκλογικό σλόγκαν αλλά σαν επίσημη κυβερνητική θέση. Τώρα ο Τσίπρας, και ο Βούτσης θα αποφασίζουν ποιοι είναι οι συκοφάντες του λαού, επομένως ποια είναι τα βρώμικα χέρια που πρέπει να κοπούν.

Έχουμε μπροστά μας αυτήν την Αριστερά που αυτό ξέρει, αυτό κάνει.

του Κώστα Ρεσβάνη, protagon.gr

tsipras_paulopoulos_epitrop_814127960Η Ιρλανδία μπήκε σε πρόγραμμα τον Νοέμβριο 2010, πήρε 85 δισ. ευρώ και βγήκε μετά μια 3ετία. Η Πορτογαλία μπήκε Απρίλιο του 2011, πήρε 78 δισ. και βγήκε μετά μια 3ετία – έχοντας ήδη δανειστεί σχεδόν όλα όσα θα χρειαζόταν τον επόμενο χρόνο. Η Κύπρος μπήκε σε πρόγραμμα τον Μάρτιο 2013. Δύο χρόνια μετά, οι διαρθρωτικές αλλαγές πρακτικά έχουν ολοκληρωθεί, οι δύσκολοι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής έχουν επιτευχθεί, από τα 10 δισ. ευρώ που συνόδευαν το πρόγραμμα τα 5 δισ. τελικά δεν της χρειάστηκαν και θα επιστραφούν, η ύφεση αποσύρεται υπέρ της ανάπτυξης – όπως εύκολα διαπιστώνει ο επισκέπτης της Κύπρου.

Η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία δεν βρίσκονται σε άλλον πλανήτη. Τα προγράμματα προσαρμογής τους δεν ήταν πιο ήπια, πιο εύκολα – της Κύπρου, μάλιστα, είχε χαρακτηριστεί ως το πιο σκληρό από όλα τα προγράμματα που εφαρμόστηκαν σε χώρα της Ευρωζώνης. Οι λαοί τους δεν είναι ούτε συμβιβασμένοι ούτε δουλόφρονες ούτε έκαναν χαρωπά τις θυσίες. Αλλά, οι θυσίες τους έπιασαν τόπο. Και σήμερα αυτοί βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά. Οχι όπως εμείς. Γιατί, όσες παρελάσεις κι αν κάνεις, με όσα τανκς και φουστανέλες, δεν μπορείς να αισθάνεσαι περήφανος όταν έχεις το χέρι απλωμένο – και δεν απλώνεται ως γροθιά, ό,τι κι αν λέμε…

Γιατί αποτύχαμε; Γιατί δεν καταφέραμε (ούτε αναμένει κάποιος να καταφέρουμε στην επόμενη διετία…) να βγούμε από τα Μνημόνια; Αυτό αξίζει να διερευνηθεί, με γενναιότητα και ειλικρίνεια. Πιστεύω ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι μια Εξεταστική Επιτροπή που θα διερευνήσει γιατί η Ελλάδα μπήκε, αλλά μια Εξεταστική Επιτροπή που θα διερευνήσει γιατί η Ελλάδα ΔΕΝ ΒΓΗΚΕ από τα Μνημόνια. Αυτή θα ήταν μια ευεργετική άσκηση αυτογνωσίας, πολύτιμη για το μέλλον μας ως κοινωνία, επώδυνη για το πολιτικό σύστημα (με την ευρεία έννοια: πολιτικά κόμματα, μέσα ενημέρωσης, κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, διοικήσεις τραπεζών, ηγεσίες συνδικάτων) αλλά, τελικά, λυτρωτική και για το ίδιο.

Πώς φτάσαμε, πέντε χρόνια μετά, να έχουμε μείνει στα λόγια όσον αφορά φοροδιαφυγή, ανεξαρτητοποίηση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, πάταξη λαθρεμπορίου καυσίμων, αξιολόγηση δομών και δημοσίων υπαλλήλων; Με αναξιοκρατία, με πλήθος άχρηστους οργανισμούς ανοικτούς αλλά και κλειστά επαγγέλματα; Χωρίς να έχει επιταχυνθεί η απονομή δικαιοσύνης, με ολόρθο το πελατειακό κράτος και κατερειπωμένο το πιστωτικό σύστημα; Υπάρχει κάποιο κόμμα που είναι αναμάρτητο;

Γιατί, στη διάρκεια του προγράμματος η Ιρλανδία αύξησε 4,6% το ΑΕΠ, η Πορτογαλία έχασε 4,4% ενώ η Ελλάδα έχασε 25% – λες και κατεστράφη από πόλεμο; Τα άλλα Μνημόνια ήταν αναπτυξιακά και μόνο το δικό μας υφεσιακό;

Γιατί, άραγε, στην Ελλάδα έτυχε οι θυσίες να γίνουν τόσο άνισα, ώστε το μάρμαρο να πληρώσουν οι άνεργοι, οι καθαρίστριες ενός υπουργείου και οι σχολικοί φύλακες; Εφταιγε, απλώς, ότι μπήκαμε σε Μνημόνιο; Και δεν θα ήταν πολύ σκληρότερο το Μνημόνιο που θα ζητούσαν οι αγορές για να μας δανείσουν – αν μας δάνειζαν, που δεν μας δάνειζαν; Μήπως, πάλι, ευθύνονται οι δοσίλογοι, οι ξένοι και οι κατοχικές δυνάμεις, που χαρίστηκαν στην Κύπρο, την Πορτογαλία και Ιρλανδία αλλά χαίρονται να βασανίζουν ειδικά την Ελλάδα;

Το πολιτικό σύστημα δεν μοιάζει να αντέχει μια λυτρωτική άσκηση αυτογνωσίας –από την αυτοκριτική φυλάγεται.

Τι μπορεί να επιδιώκει η πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής;

Να στηριχθεί, ίσως, το ηθικό του κομματικού μηχανισμού ενόψει μιας επιτακτικά αναγκαίας αλλά επώδυνης συμφωνίας – θα ήταν κάτι κατανοητό, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι. Δυστυχώς, δεν επιδιώκει να διερευνήσει πώς φτάσαμε σε Μνημόνιο. Γιατί, αν αυτό επιδίωκε, δεν θα απέκλειε τη διερεύνηση της 5ετίας Καραμανλή. Της διακυβέρνησης που ξεκίνησε διασύροντας διεθνώς τη χώρα με την πλαστή απογραφή, διήνυσε τη φαυλότατη διαχείριση 2007-9 και, αφού διπλασίασε το δημόσιο χρέος και πολλαπλασίασε τους διορισμούς πελατών, απέδρασε πυροδοτώντας ακόμη έναν διεθνή διασυρμό της χώρας: Με το ψέμα περί ελλείμματος 6% ενώ ήταν 13,7% – και, τελικά, 15,6%.

Αν θέλεις να βρεις την αλήθεια, δεν περιορίζεσαι να την αναζητείς στο στενό πεδίο που προκαθορίζουν οι κυβερνητικές συνεργασίες σου. Δεν θα τη βρεις. Για τον ίδιο λόγο που δεν βρίσκει τα κλειδιά του ο μεθυσμένος που τα ψάχνει μόνο εκεί που φωτίζει η λάμπα. Γιατί η αλήθεια (όπως και τα κλειδιά…) βρίσκεται παραπέρα, στον χώρο που μένει (αφήνεις) στο σκοτάδι. Αν, λοιπόν, δεν αντέχεις να ψάξεις στο σκοτάδι της 5ετίας, προκρίνοντας να μείνει χαρούμενος ο κυβερνητικός εταίρος σου, τουλάχιστον άφησε αυτόν να κάνει την πρόταση της δήθεν διερεύνησης. Ετσι ή αλλιώς, η πρόταση, καμένο μυρίζει…

του Κώστα Καλλίτση, kathimerini.gr

resvkamm6-thumb-largeΔεν χρειάζεται εμπειρία πολιτικού αναλυτή για να αποτυπωθεί η νέα τακτική της συγκυβέρνησης: Καθώς καταλαβαίνει ότι το Κούγκι δεν τρομάζει τους εταίρους και η μόνη διέξοδος είναι το παιχνίδι με προσυμφωνημένους κανόνες, βγάζει από την αποθήκη όπλα παλιά, όχι για να τρομάξει την Ευρώπη, αλλά για να θαμπώσει τους ιθαγενείς.

Αυτό που σχεδίασε, με επιτυχία ομολογώ, από το 2012 έως τις εκλογές, την εθνοκτόνο διχαστική πολιτική δηλαδή (μνημονιακοί γερμανοτσολιάδες – αντιμνημονιακοί πατριώτες), συνεχίζεται σήμερα με το κυνήγι Γερμανίδων μαγισσών αφού είναι φανερό πως το σκισμένο μνημόνιο και τα χαστούκια στην τρόικα ήταν απλώς ένα διεγερτικό για το θυμικό ενός μέρους της κοινωνίας.

Χθες βράδυ στη Βουλή, ο πρωθυπουργός σε «ιστορική συνεδρίαση» προσπάθησε με αδέξιο τρόπο και διαφανή κίνητρα να συνδέσει τις γερμανικές κτηνωδίες των ναζί του B’ Παγκόσμιου Πολέμου και τις πολεμικές επανορθώσεις με την, όπως είπε, «αφ’ υψηλού ηθική διδασκαλία» των σημερινών Γερμανών εταίρων. Να γαργαλίσει, δηλαδή, τα αντιγερμανικά αντανακλαστικά προσφεύγοντας στην Ιστορία. Ας το πω καθαρά: Η χθεσινή ημερησία διάταξη της Βουλής, που επέβαλε η Πρόεδρός της σε συνεργασία με τον πρωθυπουργό, ήταν ένα κακοπαιγμένο θεατρικό έργο που θέλησε να ανεβάσει επί σκηνής η κυβέρνηση, δείχνοντας τους σημερινούς Γερμανούς εταίρους σαν εχθρούς, που κουβαλάνε ακόμα τα εγκλήματα των ναζί προγόνων τους! Τι άλλο μπορεί να είναι όταν σήμερα «κατά προτεραιότητα» ασχολούνται με ένα θέμα αβέβαιης κατάληξης, που για να ανακινηθεί και μόνο θα περάσουν χρόνια, όπως έχουν αποδείξει παρόμοιες προσπάθειες; Πώς να εξηγηθεί διαφορετικά όταν την ίδια στιγμή που αναφέρονται σε πραγματικούς ελληνικούς ηρωισμούς του παρελθόντος, η πλειοψηφία των Ελλήνων κρατάει την ανάσα της για το γκρίζο σήμερα; Μακάρι κάποτε να τελειώσει με ευτυχή κατάληξη για τη χώρα μας η ιστορία των πολεμικών αποζημιώσεων, αλλά μήπως ας πούμε το θέμα των μισθών και συντάξεων του Απριλίου είναι περισσότερο επείγον;

Το ολισθηρό για τη χώρα έδαφος ωστόσο είχε προλειανθεί από τη Δευτέρα με τις ευλογίες ενός ακροδεξιού συγκυβερνήτη, του Καμμένου και ενός αναπληρωτή υπουργού, θαυμαστή του Τσάβες και του Μαδούρο, του Κώστα Ήσυχου. Μάζεψαν στρατιωτικούς, συνδικαλιστές, εκπροσώπους υπουργείων, κ.α. «σε μια γενική συστράτευση» για τη διεκδίκηση  των πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία. Ξαναζεσταμένο φαΐ, θα πείτε. Ναι, αλλά αυτή η έμπνευση ήταν αρκετή για να προγραμματίσουν ενέργειες στρατοκρατικής αντίληψης που έχουμε να απολαύσουμε από τον καιρό της χούντας!

Στόχος, η δημιουργία λαϊκών εκδηλώσεων (από ποιους; με ποιο περιεχόμενο;) σε όλη την Ελλάδα και, διαβάστε: «Η όλη προώθηση του στόχου για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα, συνδέεται άμεσα και με μια παράλληλη εκστρατεία αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης και αντιναζιστικής-αντιφασιστικής θωράκισης της νέας γενιάς, τόσο στα σχολεία όσο και στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ως πρώτο βήμα για αυτό τον σκοπό εξετάζεται η έκδοση και διανομή σε σχολεία και στρατόπεδα ειδικού εντύπου».

Το δίδυμο Καμμένου – Ήσυχου προσπαθεί, με πρόσχημα τις αποζημιώσεις, να επιτύχει κάτι που ταιριάζει στη ιδεολογία τους: Να βάλει τις Ένοπλες Δυνάμεις από την πίσω πόρτα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Να τους δώσει αρμοδιότητες που δεν έχουν εδώ και σαράντα χρόνια. Να δημιουργήσει μιαν εθνικιστική κουλτούρα στους μαθητές και στο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων. Να υποδαυλίσει το μίσος κατά του μεγαλύτερου εταίρου μας, με αρωγό βεβαίως και την Κωνσταντοπούλου, που υποδέχτηκε στα λημέρια της με ένα ανεκδιήγητο ταρατατζούμ.

Εδώ, όμως, το παιχνίδι γίνεται επικίνδυνο για την Ελληνική Δημοκρατία.

του Κώστα Ρεσβάνη, protagon.gr

merkel_9Για τις πρόσφατες και παρθενικές διαπραγματεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τους εταίρους/δανειστές μας έχουμε μάθει σχεδόν τα πάντα: ποιος είπε τι και πότε, τι εννοούσε, πώς αντέδρασαν οι άλλοι κ.ο.κ. Το ίδιο ισχύει και για τις αποτιμήσεις, οι οποίες κυμαίνονται από το «κερδίσαμε μια μάχη αλλά όχι τον πόλεμο» μέχρι το «βαφτίσαμε το κρέας ψάρι» (τόσο ευρεία είναι η γκάμα, ακόμα και μέσα στην Κουμουνδούρου). Παρ’ όλα αυτά, όμως, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω ορισμένες κινήσεις της κυβέρνησης, όχι για λόγους ιδεολογικούς -αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση- αλλά επειδή έχω την εντύπωση ότι παραβιάζουν τους στοιχειώδεις κανόνες της κοινής λογικής. Θα περιοριστώ στα δύο κυριότερα παραδείγματα.

Το πρώτο που δεν κατάλαβα ήταν το αίτημα να μας δοθεί ένα εξάμηνο δάνειο-γέφυρα. Για όλους όσοι έχουν δοσοληψίες με τράπεζες, η έννοια του bridging loan είναι οικεία. Οταν αντιμετωπίζουμε προβλήματα ρευστότητας ζητάμε μια προσωρινή βοήθεια που θα μας φέρει στα ίσια· και μετά όλα θα πάνε καλά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, συνεχώς και επί χρόνια, διακηρύσσει ότι ο απώτερος στόχος του είναι η εκ βάθρων ανατροπή του συστήματος που επέβαλαν και επί δεκαετίες διαχειρίζονται με καταστρεπτικές συνέπειες οι απάνθρωποι νεοφιλελεύθεροι. Με αυτό κατά νου, το ελληνικό αίτημα θα μπορούσε ή μάλλον θα έπρεπε να διαβαστεί ως εξής: περιμένουμε από εσάς, τους ιδεολογικούς εχθρούς μας, να μας διευκολύνετε για να σας ανατρέψουμε. Ή, αλλιώς, ζητάμε από κάποιον που θέλουμε να κρεμάσουμε να μας δανείσει τα λεφτά για να αγοράσουμε το σχοινί. Δυστυχώς για τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με ανάλγητους, ιδιοτελείς και άπληστους εκμεταλλευτές, μπορώ με απόλυτη ασφάλεια να σας διαβεβαιώσω ότι βλάκες δεν είναι.

Μέχρι εδώ δεν καταλαβαίνω σχεδόν τίποτε, αλλά στη συνέχεια τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δυσεξήγητα. Διότι μετά την άρνηση των εταίρων να μας δώσουν το δάνειο-γέφυρα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. είχε τις εξής δύο επιλογές: είτε να απειλήσει με στάση πληρωμών και εθελούσια έξοδο από το ευρώ, κάτι που σύμφωνα με τον Γ. Δραγασάκη συζητήθηκε και απορρίφθηκε, είτε να μεταπείσει τους απηνείς νεοφιλελεύθερους δανειστές μας να αλλάξουν ρότα. Αυτή τη δεύτερη αποστολή ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο Γ. Βαρουφάκης. Δεν ξέρω ποια ελαττώματα μπορεί να του καταλογιστούν, αλλά σίγουρα ένα απ’ αυτά δεν είναι ότι υποτιμά τον εαυτό του. Αντίθετα, όποτε τον ακούω, τον διαβάζω ή τον βλέπω (αναφέρομαι στις ενδυματολογικές επιδόσεις του), θυμάμαι τη γνωστή ατάκα του Γούντι Αλεν για τον Νόρμαν Μάιλερ: ότι αποφάσισε όταν πεθάνει να δωρήσει το εγώ του στην επιστήμη.

Το τι συνέβη το γνωρίζουμε: ο Γ. Βαρουφάκης, αντί να υποβάλει συγκεκριμένες και κοστολογημένες προτάσεις, επέλεξε να δώσει μια διάλεξη για να εξηγήσει στους αδαείς και εμβρόντητους συναδέλφους του τη δική του θεωρία και λύση για την κρίση. Πίσω απ’ αυτήν την επιλογή δεν μπορεί παρά να κρύβονται οι εξής δύο προσδοκίες: Είτε οι δανειστές μας -υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τα τσιράκια του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού τομέα που διαχειρίζονται ιλιγγιώδη ποσά προς ίδιον όφελος- θα ανέκραζαν: «Για μισό λεπτό! Μήπως όλα αυτά τα χρόνια κάναμε λάθος;» Είτε, για να πάμε στο άλλο άκρο, σε ολόκληρη την Ευρώπη τα πλήθη θα ξεχύνονταν στους δρόμους για να παραταχθούν πίσω από τα οδοφράγματα. Δεν συνέβη ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Το δεύτερο που δεν καταλαβαίνω, και γι’ αυτό θα είμαι σύντομος επειδή το πράγμα βοά, είναι το επιχείρημα ότι οι ξένοι οφείλουν να σεβαστούν την ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Ομολογώ ότι μετά από πολλά χρόνια στο επάγγελμα, ίσως πρόκειται για τη μεγαλύτερη ανοησία -προσπαθώ να αποφύγω μια άλλη ομοιοκατάληκτη λέξη- που έχω ακούσει. Με άλλα λόγια, η Μέρκελ π.χ. οφείλει να αλλάξει την πολιτική της (καλή ή κακή, δεν το εξετάζω) για να ευθυγραμμιστεί με τη βούληση του ελληνικού λαού, αγνοώντας τη βούληση των δικών της ψηφοφόρων. Αναφέρω ενδεικτικά ότι μια πρόσφατη δημοσκόπηση στη Γερμανία έδειξε ότι μόνο το 21% των Γερμανών εγκρίνουν την παροχή οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα.

Πώς είναι δυνατό να διακινούνται τόσο πελώριες ανοησίες; Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, δεν ισχυρίζομαι ότι αν όλοι σεβαστούμε τους κανόνες της κοινής λογικής θα συμφωνήσουμε στα πάντα και θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Οι διαφορές μας είναι ιδεολογικές/πολιτικές και τέτοιες παραμένουν. Αρα οι συζητήσεις και οι κόντρες θα συνεχιστούν. Ευτυχώς. Μπορούμε όμως να ανεβάσουμε κάπως το επίπεδο της συζήτησης, περνώντας από ένα κόσκινο, έστω χοντρό, το τι λέμε. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, δεν το βλέπω να γίνεται σύντομα, επειδή οι πιέσεις που ασκούνται οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Και, φυσικά, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης θα πρέπει να καταλογιστεί στους πολιτικούς. Θα μείνει όμως αρκετή που βαρύνει τον σοφό και μονίμως προδομένο λαό. Για να παραφράσω τη διαβόητη ρήση του Θ. Πάγκαλου, όλοι μαζί παραμυθιαζόμαστε.

Συντάκτης: Γιώργος Γιαννουλόπουλος,  efsyn.gr

lask6mar15Ενώ ο κ.Τσίπρας, γόνος ευσεβούς πατρός που φέρεται να έκανε κατασκευαστικές μπίζνες με το βασιλοχουντικό αρχιεπίσκοπο επί δικτατορίας διορίζει σαν άλλος Πολύδωρας ή Καμμένος τον εξάδελφό του και δειπνεί με τον αρχιεπίσκοπο Λαυρεντιάδη και Κυριακίδη (με τον οποίο κατά «Το Βήμα» υπάρχουν συνεχείς δίαυλοι επικοινωνίας), με θέμα το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας  σε συνδυασμό με το νοσμοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση(!!!), η χώρα βουλιάζει και δεν πρόκειται να τη σώσουν οι αφορολόγητες, κρατικά χρηματοδοτούμενες, κερδοφόρες και ανεξέλεγκτες φιλανθρωπικές επιχειρήσεις του παπαδαριού.

Συνέχεια στο  roides.wordpress.com

του Νίκου Μαραντζίδη, kathimerini.gr

immanuelajkantΤις τελευταίες ημέρες, βλέπω την ανησυχία στα πρόσωπα πολλών οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ και πραγματικά τους κατανοώ. Η χώρα οδηγήθηκε, χωρίς λόγο, σε πρόωρες εκλογές επειδή η τότε αξιωματική αντιπολίτευση δήλωνε έτοιμη για την πραγματοποίηση του άλματος στον ουρανό. Η φαντασίωση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς που θα έσκιζε τα Μνημόνια και θα απελευθέρωνε τη χώρα από τα δεσμά του χρέους, υποχρεώνοντας τους εταίρους μας να αποδεχτούν ένα «κούρεμα» του μεγαλύτερου μέρους του, γοήτευσε όχι μόνο τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ένα σημαντικό τμήμα συντηρητικών ψηφοφόρων.

Υστερα από ένα μόλις μήνα διακυβέρνησης, η πτώση στη γη δείχνει να έχει έρθει νωρίτερα του αναμενομένου. Η κυβέρνηση της Αριστεράς μετατράπηκε σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με τον πρόεδρο των τελευταίων και υπουργό Εθνικής Αμυνας να υποχρεώνει σε αμήχανες απολογίες τους φίλους της κυβέρνησης εξαιτίας των αλλεπάλληλων προβληματικών δηλώσεων και κινήσεών του. Η εκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας του κ. Πρ. Παυλόπουλου βιώθηκε από πολλούς οπαδούς της Αριστεράς ως μια χαμένη ευκαιρία. Οσοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους εναντίον της εκλογής του κ. Στ. Δήμα, μάλλον τώρα θα πρέπει να αισθάνονται απογοητευμένοι από μια τόσο συστημική επιλογή, τόσο πολύ ταυτισμένη με τις παλιές κακές συνήθειες του πολιτικού συστήματος: τον πελατειασμό και την απραξία. Στα κρίσιμα θέματα του Μνημονίου και του χρέους, η αρχικά υπερήφανη, σχεδόν εξεγερσιακή, στάση εξελίσσεται σε άσκηση άγαρμπης προσαρμογής στον ρεαλισμό στον οποίο οδηγήθηκε η κυβέρνηση από τη στιγμή που ζήτησε την παράταση της δανειακής σύμβασης. Οποιες κι αν είναι οι επικοινωνιακές φανφάρες, όλοι αντιλαμβανόμαστε πως δανειακή σύμβαση και Μνημόνιο είναι ταυτόσημες έννοιες. Η κυβέρνηση ανακαλύπτει, δυστυχώς λίγο αργά, πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι αρκετά περίπλοκοι και οι συσχετισμοί όχι ιδιαίτερα φιλικοί για την ανάπτυξη συμπεριφορών του τύπου «αν δεν πάρω αυτά που θέλω θα τα κάνω Κούγκι». Εστω κι αν χάθηκαν δυο-τρεις κρίσιμοι μήνες (και ενδεχομένως θα χαθεί κι άλλος χρόνος) η ολική επαναφορά στον δρόμο του ορθολογισμού είναι από μόνο του καλό πράγμα.

Δυστυχώς, όμως, όπου η πραγματικότητα δεν έχει ισχυρούς και άμεσους μηχανισμούς επιβολής της λογικής, τότε τα αποτελέσματα είναι θλιβερά. Στα θέματα της εκπαίδευσης, για παράδειγμα, δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να κλάψει ή να γελάσει. Το υπουργείο, μεταξύ άλλων, σκέφτηκε πως τα πανεπιστήμια πρέπει να εντοπίσουν μερικές δεκάδες χιλιάδες «αιωνίων» φοιτητών, τους οποίους θα καλέσουν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους δεσμεύοντάς τους με ένα εξατομικευμένο «συμβόλαιο τιμής». Αρχικώς αναρωτήθηκα μήπως επρόκειτο για αστείο εις βάρος του υπουργού. Πού ακούστηκε το πανεπιστήμιο να παρακαλάει να ολοκληρώσουν οι φοιτητές τις σπουδές τους; Πού ακούστηκε να μην υπάρχουν κανόνες φοίτησης, αλλά να επαφιόμαστε στον προνεωτερικό «λόγο τιμής» προκειμένου να περατωθεί μια διαδικασία ιδιαίτερα ακριβή σε κόστος για τον Ελληνα φορολογούμενο. Τη στιγμή μάλιστα που η κατάσταση είναι ήδη εξωφρενική, καθώς στο πλαίσιο του «πάρε κόσμε πτυχία» μπας και μας δώσεις ψήφους, η προηγούμενη κυβέρνηση θέσπισε τη δυνατότητα να μπορεί κάποιος να εξετάζεται σε κάθε μάθημα τρεις φορές τον χρόνο (από δύο που ήταν). Και αντί αυτό να αλλάξει προς το σοβαρότερο (δηλαδή να περιοριστεί η δυνατότητα του αριθμού των εξετάσεων ανά μάθημα) επιστρέφουμε στην εκπαιδευτική αθλιότητα των σπουδών της δεκαετίας του ’80. Στην πραγματικότητα, τέτοιες αντιμεταρρυθμίσεις δεν είναι παρά η έκφραση ενός παρωχημένου ισοπεδωτισμού που αντιλαμβάνεται πως οι σπουδές αξίζουν μόνο για το πτυχίο και το πτυχίο μόνο για τον διορισμό στο Δημόσιο ή τις κρατικές ρυθμίσεις (επαγγελματικά δικαιώματα) που εξασφαλίζει.

Ενα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση προσεγγίζει μέσα από περιπέτειες τον δύσβατο στην Ελλάδα δρόμο της λογικής και του ρεαλισμού. Τα οικονομικά ζητήματα παύουν σιγά σιγά να αντιμετωπίζονται από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με τους όρους του «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», καθώς γίνονται αντιληπτά η συνθετότητα και ο βαθμός δυσκολίας των υπό διαχείριση ζητημάτων σε ένα διεθνοποιημένο κόσμο. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, και εφόσον καταφέρει να συνάψει ένα πραγματικό συμβόλαιο τιμής με τη λογική, η κυβέρνηση έχει δυνατότητες να αφήσει κάποιο θετικό έργο. Διαφορετικά, το τι έχουμε να δούμε δεν περιγράφεται.

Σε αυτή τη χώρα το μεγαλύτερο κακό που έχει κάνει ο εθνολαϊκισμός είναι πως έχει καταστρέψει σε συλλογικό επίπεδο την κοινή λογική. Η κοινωνία, ωσάν να είναι μαγεμένη, επιλέγει κάθε φορά αυτό που της φαίνεται ελκυστικό και βολικό χωρίς να μπει στον κόπο ακόμη και της στοιχειωδέστερης κριτικής ανάλυσης. Οι πολιτικές ηγεσίες εκστασιάζονται από την ικανότητα του εθνολαϊκισμού να επηρεάζει τα πλήθη προς όφελός τους και τείνουν να πιστέψουν ότι έχουν τις μαγικές ικανότητες για να προσαρμόσουν τον κόσμο στις φαντασιώσεις τους. Στο τέλος, όμως, όλοι βγαίνουν χαμένοι: και οι πολίτες και οι πολιτικές ηγεσίες. Αυτή είναι η πραγματική «εθνική μας τύφλωσις».

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 126 other followers