Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ο λαός

athina-dromosΌταν έγινε η πρώτη συγκέντρωση στο Σύνταγμα υπέρ του «όχι», το δελτίο ειδήσεων ενός βρετανικού καναλιού είχε ζωντανό ρεπορτάζ από το μπαλκόνι κάποιου ξενοδοχείου της πλατείας με φόντο την εικόνα του πλήθους.

Μετά την εισαγωγή και μερικές γενικές πληροφορίες, ο δημοσιογράφος συνομίλησε με στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, τη Βασιλική Κατριβάνου (αν δεν με απατά η μνήμη μου· αν με απατά, ζητώ συγγνώμη), στην οποία έθεσε και το εξής ερώτημα: Πώς θα περάσετε τις θέσεις σας όταν τα υπόλοιπα 18 κράτη της ευρωζώνης τις απορρίπτουν;

Η απάντηση -δεν θυμάμαι ακριβώς τις λέξεις, αλλά αποδίδω το νόημα- δόθηκε αμέσως, με σιγουριά, ωσάν να επρόκειτο για κάτι φυσιολογικό και γνωστό τοις πάσι:«Η κόντρα είναι με τις κυβερνήσεις και όχι με τους λαούς, οι οποίοι βρίσκονται στο πλευρό μας».

Ο ισχυρισμός αυτός οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, είτε το ξέρουν και το θέλουν, είτε δεν το ξέρουν και δεν το θέλουν εκείνοι που τον διατυπώνουν.

Το πρώτο και εμφανέστερο είναι ότι σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, πλην Ελλάδος, το σύστημα της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έχει καταρρεύσει εφόσον άλλα θέλει ο κυρίαρχος λαός και άλλα πράττουν εκείνοι που υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν.

Επιπλέον, οι λαοί στις εν λόγω 18 χώρες, παρά την πρόθεσή τους να συνδράμουν αγωνιστικά τις προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν φαίνεται να ανησυχούν γι’ αυτήν την κατάφωρη διαστρέβλωση της βούλησής τους, άρα είναι ταυτοχρόνως και αγωνιστές και πρόβατα, ή απλώς δεν το έχουν αντιληφθεί, άρα είναι ηλίθιοι.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι υπάρχει μια διάσταση του προβλήματος, λιγότερο εμφανής, που αφορά την έννοια του λαού, όπως την αντιλαμβάνεται η Αριστερά. Η οποία μπορεί να έχει υποβαθμίσει τις παλιές «ορθόδοξες» ταξικές αναλύσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο λόγος της δεν καθορίζεται ενίοτε από έναν μαρξισμό (εγελιανής κοπής) που παραμένει ανομολόγητος.

Θέλω να πω ότι σύμφωνα με την «αστική» εκδοχή της δημοκρατίας, η βούληση του λαού καταγράφεται στις εκλογές όπου, με βάση την αρχή ότι κάθε άτομο έχει μία ψήφο ισόβαρη με όλες τις άλλες, επικρατεί η πολιτική που επιλέγει η πλειοψηφία.

Σύμφωνα όμως με τη μαρξιστική/εγελιανή θεωρία, ο λαός, δηλαδή η εργατική τάξη, επειδή ενσαρκώνει τη λογική που υποτίθεται ότι διέπει την ιστορική αναγκαιότητα, γίνεται πιο «πραγματικός» (Εγελος) ή επαναστατικός (Μαρξ) στο μέτρο που συνειδητοποιεί την αποστολή του. Συνεπώς, ο λαός είναι εκείνο το κομμάτι του εκλογικού σώματος που ψηφίζει την Αριστερά.

Φυσικά, ακόμα κι αν όλα αυτά ισχύουν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ περί λαού καθορίστηκε από άλλες, λιγότερο θεωρητικές αναζητήσεις και πιο πρακτικές σκοπιμότητες.

Κατ’ αρχάς, η διαπίστωση/πρόβλεψη ότι οι λαοί της Ευρώπης συμπαρίστανται στον αγώνα της ελληνικής Αριστεράς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αρχική παραδοχή, πάνω στην οποία χτίστηκε η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Εννοώ το περιβόητο: «Δεν μπορεί, στο τέλος θα κάνουν πίσω».

Επιπλέον, κι αυτό θα αποδειχθεί πολύ πιο σημαντικό, έχει να κάνει με τον δικανικό, πολιτικό λόγο -και δεν εννοώ μόνο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά όλων των κομμάτων- ο οποίος παραπέμπει στη λεγόμενη «επιτελεστική» λειτουργία της γλώσσας, που σημαίνει ότι στην πολιτική παρουσιάζουμε ως τετελεσμένο γεγονός αυτό που θα πρέπει ή θα θέλαμε να συμβεί.

Σύνηθες το φαινόμενο. Ας πούμε ότι στο Παρίσι γίνεται μια μεγάλη συγκέντρωση υπέρ της Ελλάδας.

Την άλλη μέρα οι εφημερίδες της Αριστεράς θα βγουν με πηχυαίο τίτλο «Οι Γάλλοι στο πλευρό μας», μολονότι όλοι γνωρίζουμε ότι κάποιοι Γάλλοι υποστηρίζουν την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να αντισταθεί στην πολιτική της λιτότητας, ενώ κάποιοι άλλοι, και μάλιστα οι περισσότεροι σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, πιστεύουν ότι οι εταίροι μας θα πρέπει να επιμείνουν στη σκληρή πολιτική τους.

Ετσι εξηγείται η επιλεκτική ανάγνωση ενός εκλογικού αποτελέσματος, με κριτήριο το αν μας συμφέρει κομματικά να το επικαλεστούμε ως αποστομωτικό επιχείρημα κατά των αντιπάλων μας ή να το αγνοήσουμε.

Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, η Αριστερή Πλατφόρμα διατυμπανίζει συνεχώς το μεγαλειώδες 62% του «όχι» στο δημοψήφισμα, ξεχνώντας τα εξής δύο πράγματα:

•Πρώτον, ότι πριν από τις κάλπες η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πως το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν αφορούσε το αν θα παραμείνουμε στο ευρώ, αλλά αντίθετα θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης, ενθαρρύνοντας έτσι τον λαό να αποδοκιμάσει τις προτάσεις των δανειστών, επειδή ταυτόχρονα τον διαβεβαίωνε ότι δεν διατρέχει τον παραμικρό κίνδυνο. Κάτι που όπως αποδείχθηκε ήταν μέγα λάθος ή μέγα ψέμα.

•Και δεύτερον, ότι με την ίδια λογική της λαϊκής βούλησης που καταδικάζει τελεσίδικα όποιον ηττάται, η Αριστερά θα όφειλε να είχε κλείσει το μαγαζί όταν επί δεκαετίες τα δύο μεγάλα κόμματα εξασφάλιζαν γύρω στο 80% των ψήφων, ενώ εμείς ξενυχτούσαμε για να δούμε αν ο Συνασπισμός θα μπει στη Βουλή.

Τελειώνω με κάτι ολίγον άσχετο: ολοένα και περισσότεροι υπ’ ατμόν διαφωνούντες δηλώνουν ότι ντρέπονται επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τήρησε τις προεκλογικές υποσχέσεις που έδωσε.

Υπάρχει κανείς που να ντρέπεται επειδή τις έδωσε, τέτοιες που ήταν;

Συντάκτης: Γιώργος Γιαννουλόπουλος, http://www.efsyn.gr/arthro/o-laos

greece-impos-thumb-largeΑ​​πό συνταγματική σκοπιά, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να οργανώσει το δημοψήφισμα της προσεχούς Κυριακής θέτει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας:

Εν πρώτοις, δεν είναι σαφές σε ποιο κείμενο ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει με ένα «ναι» ή με ένα «όχι». Αν, όπως διατείνεται η κυβέρνηση, πρόκειται για τη χρονολογικά τελευταία πρόταση των θεσμών, αυτό δεν είναι επίσημο και πάντως δεν είναι οριστικό κείμενο. Αν αύριο ο κ. Γιουνκέρ το αποσύρει ή το τροποποιήσει, τότε το δημοψήφισμα θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Εκτός αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι θα τεθεί υπό την κρίση του λαού οποιαδήποτε πρόταση υποβάλουν οι θεσμοί, ακόμη και η πιο συμφέρουσα. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν εξαιρετικά ανεύθυνο εκ μέρους της.

Δεύτερον, παρότι το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί για «κρίσιμο εθνικό θέμα» -και, συνεπώς, μπορεί κατ’ αρχήν να αφορά κάθε ζήτημα μείζονος σημασίας για το έθνος- στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι κατά 80%-90% δημοσιονομικού ενδιαφέροντος. Οπως δημοσιονομικού ενδιαφέροντος ήταν και η πρόταση των 7,9 δισ. ευρώ του κ. Τσίπρα προς τους δανειστές. Aυτό όμως το Σύνταγμα το απαγορεύει ρητά για το άλλο είδος δημοψηφίσματος που το ίδιο προβλέπει, δηλαδή την έγκριση ή απόρριψη ψηφισμένων δημοσιονομικών νομοσχεδίων. Ερωτάται όμως: μήπως βαπτίζοντας κρίσιμο εθνικό θέμα ένα κατ’ εξοχήν δημοσιονομικό ζήτημα, η κυβέρνηση καταστρατηγεί τη συνταγματική απαγόρευση; Εν προκειμένω, το μόνο έντιμο -και, κατ’ επέκταση, το μόνο συνταγματικά θεμιτό- ερώτημα θα ήταν «ευρώ ή δραχμή». Η κυβέρνηση όμως δεν τολμά να το θέσει.

Ο κ. Τσίπρας, εξάλλου, τηρεί σιγήν ιχθύος για τις συνέπειες της τυχόν επικράτησης του «όχι». Θα διαπραγματευθεί με τους δανειστές για μιαν άλλη συμφωνία; Θα αποσύρει τη χώρα από το ευρώ; Η στάση της αποτελεί τον ορισμό της παραφθοράς του δημοψηφίσματος από référendum σε plébiscite, που πρώτος δίδαξε ο Μέγας Ναπολέων για να γίνει δικτάτωρ. Να άλλη μια ασάφεια που επιτείνει τη σύγχυση.

Αν στα ανωτέρω προσθέσει κανείς και τον ελάχιστο χρόνο που θα διατεθεί για να αναπτυχθούν οι εκατέρωθεν απόψεις -πού ακούστηκε να συζητηθεί το μέλλον, κατ’ ουσίαν, της χώρας σε πέντε ημέρες;- αντιλαμβάνεται πως, μέσω μιας κατ’ επίφαση δημοκρατικής διαδικασίας, η κυβέρνηση επιχειρεί ανερυθρίαστα να παγιδεύσει τον ελληνικό λαό. Ούτε όμως το Σύνταγμα ούτε ο πατριωτισμός των Ελλήνων ανέχονται τέτοιου είδους εκτροπές.

Η εκτροπή συνεχίζεται..

Με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου που μόλις εξέδωσε (ΦΕΚ Α’64/28.6.2015), η κυβέρνηση μεταβάλλει μονομερώς και προς το συμφέρον της τους κανόνες του παιχνιδιού που ίσχυαν για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος: όπως ορίζεται επί λέξει, «εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση μιας μόνο Επιτροπής Υποστήριξης για το «ναι» ή το «όχι», λόγω ιδεολογικών ή πολιτικών ή άλλων διαφωνιών, αυτό ανακοινώνεται [στον αρμόδιο Υπουργό] από τον εκπρόσωπο του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος, μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν κάθε επιλογή». Στην περίπτωση αυτή διατίθενται τα 2/3 του προεκλογικού χρόνου στα κόμματα και το 1/3 στους λοιπούς φορείς που συντάσσονται με κάθε επιλογή.

Με άλλα λόγια, επειδή προφανώς δεν επιθυμεί να συγκροτήσει κοινή Επιτροπή Υποστήριξης με την Χρυσή Αυγή, ο κ. Τσίπρας εξασφαλίζει το δικαίωμά του να βγαίνει μόνος στην τηλεόραση για το μεγαλύτερο μέρος του διατιθέμενου ραδιοτηλεοπτικού χρόνου.

Αν αυτό ίσχυε μόνο για τον ίδιο (και για τον κ. Καμμένο) θα επιβεβαίωνε απλώς την κομματική ερμηνεία του Συντάγματος που του είναι τόσο οικεία. Όμως η νέα ρύθμιση επιβάλλει τον κανόνα των 2/3 και του 1/3 και για τους υποστηρικτές της άλλης επιλογής, ακόμη και αν αυτοί δεν το θέλουν.

Η τροποποίηση αυτή επήλθε μετά την προκήρυξη του Δημοψηφίσματος, κάτι που ούτως ή άλλως την καθιστά νομικά προβληματική. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι κραυγαλέα παράνομη αφού προσαρμόζει τους κανόνες του παιχνιδιού στις ανάγκες του κυβερνώντος κόμματος: όχι μόνο θέλει να κρύψει τη σύμπλευση του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κόμμα που διώκεται ως «εγκληματική συμμορία», αλλά εμποδίζει και τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής (δηλαδή του «ναι») να εμφανισθούν ενωτικά, πάνω από κομματικούς πατριωτισμούς. Πρόκειται για ανεπίτρεπτη παρέμβαση στην στρατηγική του αντιπάλου για ιδιοτελείς σκοπούς.

Έτσι η εκτροπή συνεχίζεται…

*Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστημίου Αθηνών.

πηγή: Καθημερινή

pantarkas1--2-thumb-largeΕίμαστε μία βαθύτατα αρρωστημένη κοινωνία. Όχι μόνο από καιρό δεν υπάρχει πια εδώ διάλογος, (που με άλλα λόγια σημαίνει πως δεν έχουμε δημοκρατία) αλλά και η κάθε διαφορετική άποψη στοχοποιείται, ευτελίζεται και καθυβρίζεται.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συμβαίνει με την γελοιογραφία και την σάτιρα (είναι το θερμόμετρο της δημοκρατίας).

Όποιος τολμάει να σατιρίσει την εξουσία γίνεται αντικείμενο χυδαίων επιθέσεων αλλά και διώξεων. Όποιος εκφράσει αντίθετη άποψη με τους υβριστές, μπαίνει και αυτός στη λίστα των προγραφών. Γερμανοτσολιάδες και πεμπτοφαλαγγίτες όλοι οι διαφωνούντες.

Και η μόνη λύση για έναν σατιρικό που δεν θέλει να καλυφθεί με λάσπη, είναι να την ρίχνει ο ίδιος. Έτσι ο Λαζόπουλος, κάποτε ιδιοφυής σατιρικός, έγινε προπαγανδιστής του καθεστώτος και περιλούζει όποιον δεν αρέσει στο γκουβέρνο.

Η πιο θλιβερή περίπτωση (μετά την μήνυση στον Πετρουλάκη) είναι η πρόσφατη επίθεση στον Αρκά. Τον πιο αξιοπρεπή μας δημιουργό, που πέρα από μεγάλος καλλιτέχνης, είναι και ένας ακέραιος και σεμνός άνθρωπος. Τόλμησε να αγγίξει με ηπιότατο τρόπο) τα ιερά και τα όσια. Οχετός τον κατέκλυσε. Τον κατηγόρησαν ακόμα πως χρηματίζεται!

Αηδία και ναυτία νιώθω. Πώς καταντήσαμε έτσι; Δεν ξέρω αν φαλιρίσαμε υλικά, αλλά ηθικά έχουμε ήδη χρεοκοπήσει.

 του Νίκου Δήμου, protagon.gr

TEDxAcademyYouth03-620x440

https://www.youtube.com/watch?v=UlwBp97SSCQ

 img_39911430218836-thumb-largeΌπως καταλαβαίνετε, ένα πιθανό δημοψήφισμα θα είναι ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ «ηθική υπεροχή της αριστεράς». Η κυβέρνηση θα έχει στην ουσία  ομολογήσει ότι η μόνη ρεαλιστική επιλογή της θα είναι να αποδεχθεί ένα ακόμα σκληρό πακέτο μέτρων, ακριβώς όπως οι γερμανοτσολιάδες προκάτοχοί της, και η μόνη διαφορά με αυτούς θα βρίσκεται στο στυλ. Εκείνοι το έκαναν και το φχαριστιόντουσαν γιατί είναι γεννημένοι μνημονιακοί, όργανα των δανειστών και εχθροί του λαού (που τον κυβερνούσαν με πραξάρες νομοθετικού περιεχομένου), ενώ τούτοι υποφέρουν, έχουν ευαισθησίες (μόνο αυτοί), είναι αθώα θύματα εκβιασμού και ασφαλώς οι μόνοι φίλοι του λαού (γι’ αυτό τον κυβερνούν με πραξούλες νομοθετικού περιεχομένου). Επομένως, στην κρίσιμη στιγμή, όταν θα πρέπει να ληφθεί η μείζων απόφαση, δεν θα αρκεστούν στην νωπή εντολή του ελληνικού λαού, στην οποία, παρεμπιπτόντως, όφειλαν να είχαν αρκεστεί οι εταίροι μας, αλλά θα εκχωρήσουν στους πολίτες τη δική τους ευθύνη.

Ένα δημοψήφισμα θα ήταν επίσης και μια επική ομολογία ήττας. Το κόμμα που πήρε την εξουσία διαλαλώντας ότι μόνο αυτό θα κάνει διαπραγμάτευση, ότι μόνο αυτό και όχι οι οσφυοκάμπτες μνημονιακοί είναι σε θέση να υποχρεώσει τον ευρωπαϊκό νότο σε πλατιά συμμαχία κατά της λιτότητας και το Βερολίνο σε άτακτη υποχώρηση, ξαφνικά αποδεικνύεται το ίδιο αναποτελεσματικό με τους προηγούμενους έστω και ομολογουμένως πιο φωτογενές. Οι δανειστές είναι το ίδιο ανυποχώρητοι, τα περιθώρια το ίδιο στενά, η πραγματικότητα ξεροκέφαλα αναλλοίωτη. Επομένως το πολιτικό τους σενάριο θα αποδειχθεί αστήρικτο και επιπόλαιο και οι ίδιοι υπόλογοι, γιατί επί χρόνια εκπαίδευαν ένα κομμάτι του λαού στη φαντασίωση των εύκολων λύσεων.

Πάνω από όλα όμως ένα δημοψήφισμα θα ήταν ένα καταστροφικό λάθος με απρόβλεπτες συνέπειες. Κανείς λαός δεν είναι σε θέση να πάρει αποφάσεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητα πρόβλεψης σε ένα πολυπαραγοντικό αχαρτογράφητο μέλλον, στην περιγραφή του οποίου ούτε εξειδικευμένοι επιστήμονες συμφωνούν. Ακόμα και αν παρακάμψουν με συνταγματικές ακροβασίες τον σκόπελο του δημοσιονομικού ερωτήματος και επεκτείνουν το δίλημμα σε διαρθρωτικές αλλαγές, πιστεύει κανείς ότι ο μέσος πολίτης είναι σε θέση να απαντήσει με επάρκεια π.χ. για τη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού; Μα ένα πάνελ ειδικών στην τηλεόραση είναι ικανό να σε τρελάνει, πόσω μάλλον μια παρέα στο καφενείο πριν πάει να ψηφίσει.Και βέβαια η παρέα αυτή, όπως και όλες οι άλλες παρέες της χώρας, θα έχει προηγουμένως φροντίσει να παραχώσει τις καταθέσεις στο στρώμα, αφού όποια διατύπωση και αν έχει το ερώτημα, στο υστερόγραφο θα γράφει «ευρώ ή δραχμή». Επομένως είναι σίγουρο ότι στη μοιραία εκείνη Κυριακή θα φτάσουμε χωρίς τράπεζες.

Οι σημαντικές αποφάσεις για την πορεία μιας χώρας είναι δουλειά των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγεσιών και των κοινοβουλίων που πρέπει να παίρνουν και το βάρος της ευθύνης, όσο ιστορική κι αν είναι αυτή, και όχι  δουλειά των πολιτών. Φαντάζεστε να έιχαν κληθεί οι πολίτες να αποφασίσουν για την είσοδο στην ΕΟΚ ή για το όνομα της ΠΓΔΜ σε ποια ιστορικά ανοσιουργήματα θα είχαμε παγιδευτεί; Η κυβέρνηση οφείλει να εξαντλήσει τα όρια της ξακουστής διαπραγματευτικής της δεινότητας και να καταλήξει σε συμφωνία, το βάρος της όποίας εκείνη και μόνο εκείνη θα χρεωθεί ή θα πιστωθεί. Έχει ισχυρή εντολή που ειναι σαφής και δεν χρειάζεται καμία ανανέωση. Και αυτή είναι η παραμονή στην ευρωζώνη. Αν δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της εντολής, ας την καταθέσει.

petroylakhs-andreas-thumb

 

 

 

του Ανδρέα Πετρουλάκη, protagon.gr

20150414160316_img_79281429028056-thumb-largeΠέρασε στα ψιλά η ανατριχιαστική φράση του Νίκου Βούτση, που από το βήμα της Βουλής απευθύνθηκε μαινόμενος στους βουλευτές της αντιπολίτευσης: «Το μακρύ σας χέρι στην επικοινωνία και την κατασυκοφάντηση του λαού, των κινημάτων και των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, θα κοπεί από τη ρίζα του…».

Αυτή η μεταφορά με τη φονταμενταλιστική χροιά, που χειροκροτήθηκε θερμά από όλους τους βουλευτές της συγκυβέρνησης, πολύ φοβάμαι ότι δίνει ένα ακόμα σήμα ακραίου φανατισμού και απολυταρχισμού. Η απειλή είναι άμεση και υποθέτω ότι τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν θα είναι με πολλούς τρόπους επώδυνα για όσους συκοφαντούν, κατά τον Βούτση, τον λαό γενικώς(!) αλλά και τα κινήματα και τις δυνάμεις της Αριστεράς.

Ποτέ δεν τα είχε καλά με τη δημοκρατική αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων ο ΣΥΡΙΖΑ. Εάν αποδελτιώσει κάποιος, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα συκοφαντικά εφευρήματα, μόνο τις χυδαίες επιθέσεις και τις απειλές που δέχθηκε ο Δημήτρης Χαντζόπουλος από την Αυγή του Φίλη, θα κατανοήσει ότι δεν ορκίζονται πίστη στην ελευθερία του Τύπου, παρά μόνο αν οι απόψεις του συμφωνούν μαζί τους. Τουλάχιστον ο Καμμένος μένει στις εξοντωτικές αγωγές, όπως αυτή κατά του Ανδρέα Πετρουλάκη… Και αυτά πριν αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Όμως τώρα ο Βούτσης είναι ένας πανίσχυρος υπουργός Εσωτερικών και η εικόνα του την ώρα που ούρλιαζε για χέρια και μαχαίρια μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο αποκτούσε άλλη βαρύτητα, ανέδιδε οσμή μίσους και ταυτοχρόνως πανικού.

Οι αδιέξοδες πολιτικές της νέας κυβέρνησης, που ετοιμάζεται να ρίξει τη χώρα στον δρόμο χωρίς γυρισμό πρέπει να αιτιολογηθούν, να αναζητηθούν οι υπεύθυνοι. Ο ένας πόλος των κακών είναι οι «άλλοι», οι εταίροι, οι δανειστές και όσοι συμφωνούν μαζί τους. Αυτή η επικοινωνιακή τακτική είναι το μόνιμο μοτίβο όλων των υπουργών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Τώρα, με εμφατικό τρόπο από το στόμα του Βούτση, βρέθηκε και η άλλη όψη του κακού: Τα άθλια ΜΜΕ και το μακρύ χέρι της επικοινωνιακής τακτικής των κομμάτων που πρέπει να κοπεί από τη ρίζα!

Ευτυχώς δεν ζούμε στο Αφγανιστάν ή στην επικράτεια του Κράτους του Ισλάμ, επομένως δεν μπορεί να εκληφθεί ως κυριολεξία αυτή η φράση, μοναδική στην ωμότητά της για τα κοινοβουλευτικά – πολιτικά ήθη. Ο Βούτσης ωστόσο έδωσε το σύνθημα και υπάρχουν πολλά πρόθυμα αυτιά στον χώρο τους και πέραν αυτού για να περάσουν στο παρασύνθημα και να κάνουν πράξη τις γνωστές βίαιες πρακτικές του παρελθόντος κατά των άθλιων γερμανοτσολιάδων και των φερεφώνων.

Το εμφυλιοπολεμικό «ή εμείς ή αυτοί», επιστρέφει. Όχι πλέον σαν προεκλογικό σλόγκαν αλλά σαν επίσημη κυβερνητική θέση. Τώρα ο Τσίπρας, και ο Βούτσης θα αποφασίζουν ποιοι είναι οι συκοφάντες του λαού, επομένως ποια είναι τα βρώμικα χέρια που πρέπει να κοπούν.

Έχουμε μπροστά μας αυτήν την Αριστερά που αυτό ξέρει, αυτό κάνει.

του Κώστα Ρεσβάνη, protagon.gr

tsipras_paulopoulos_epitrop_814127960Η Ιρλανδία μπήκε σε πρόγραμμα τον Νοέμβριο 2010, πήρε 85 δισ. ευρώ και βγήκε μετά μια 3ετία. Η Πορτογαλία μπήκε Απρίλιο του 2011, πήρε 78 δισ. και βγήκε μετά μια 3ετία – έχοντας ήδη δανειστεί σχεδόν όλα όσα θα χρειαζόταν τον επόμενο χρόνο. Η Κύπρος μπήκε σε πρόγραμμα τον Μάρτιο 2013. Δύο χρόνια μετά, οι διαρθρωτικές αλλαγές πρακτικά έχουν ολοκληρωθεί, οι δύσκολοι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής έχουν επιτευχθεί, από τα 10 δισ. ευρώ που συνόδευαν το πρόγραμμα τα 5 δισ. τελικά δεν της χρειάστηκαν και θα επιστραφούν, η ύφεση αποσύρεται υπέρ της ανάπτυξης – όπως εύκολα διαπιστώνει ο επισκέπτης της Κύπρου.

Η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία δεν βρίσκονται σε άλλον πλανήτη. Τα προγράμματα προσαρμογής τους δεν ήταν πιο ήπια, πιο εύκολα – της Κύπρου, μάλιστα, είχε χαρακτηριστεί ως το πιο σκληρό από όλα τα προγράμματα που εφαρμόστηκαν σε χώρα της Ευρωζώνης. Οι λαοί τους δεν είναι ούτε συμβιβασμένοι ούτε δουλόφρονες ούτε έκαναν χαρωπά τις θυσίες. Αλλά, οι θυσίες τους έπιασαν τόπο. Και σήμερα αυτοί βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά. Οχι όπως εμείς. Γιατί, όσες παρελάσεις κι αν κάνεις, με όσα τανκς και φουστανέλες, δεν μπορείς να αισθάνεσαι περήφανος όταν έχεις το χέρι απλωμένο – και δεν απλώνεται ως γροθιά, ό,τι κι αν λέμε…

Γιατί αποτύχαμε; Γιατί δεν καταφέραμε (ούτε αναμένει κάποιος να καταφέρουμε στην επόμενη διετία…) να βγούμε από τα Μνημόνια; Αυτό αξίζει να διερευνηθεί, με γενναιότητα και ειλικρίνεια. Πιστεύω ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι μια Εξεταστική Επιτροπή που θα διερευνήσει γιατί η Ελλάδα μπήκε, αλλά μια Εξεταστική Επιτροπή που θα διερευνήσει γιατί η Ελλάδα ΔΕΝ ΒΓΗΚΕ από τα Μνημόνια. Αυτή θα ήταν μια ευεργετική άσκηση αυτογνωσίας, πολύτιμη για το μέλλον μας ως κοινωνία, επώδυνη για το πολιτικό σύστημα (με την ευρεία έννοια: πολιτικά κόμματα, μέσα ενημέρωσης, κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, διοικήσεις τραπεζών, ηγεσίες συνδικάτων) αλλά, τελικά, λυτρωτική και για το ίδιο.

Πώς φτάσαμε, πέντε χρόνια μετά, να έχουμε μείνει στα λόγια όσον αφορά φοροδιαφυγή, ανεξαρτητοποίηση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, πάταξη λαθρεμπορίου καυσίμων, αξιολόγηση δομών και δημοσίων υπαλλήλων; Με αναξιοκρατία, με πλήθος άχρηστους οργανισμούς ανοικτούς αλλά και κλειστά επαγγέλματα; Χωρίς να έχει επιταχυνθεί η απονομή δικαιοσύνης, με ολόρθο το πελατειακό κράτος και κατερειπωμένο το πιστωτικό σύστημα; Υπάρχει κάποιο κόμμα που είναι αναμάρτητο;

Γιατί, στη διάρκεια του προγράμματος η Ιρλανδία αύξησε 4,6% το ΑΕΠ, η Πορτογαλία έχασε 4,4% ενώ η Ελλάδα έχασε 25% – λες και κατεστράφη από πόλεμο; Τα άλλα Μνημόνια ήταν αναπτυξιακά και μόνο το δικό μας υφεσιακό;

Γιατί, άραγε, στην Ελλάδα έτυχε οι θυσίες να γίνουν τόσο άνισα, ώστε το μάρμαρο να πληρώσουν οι άνεργοι, οι καθαρίστριες ενός υπουργείου και οι σχολικοί φύλακες; Εφταιγε, απλώς, ότι μπήκαμε σε Μνημόνιο; Και δεν θα ήταν πολύ σκληρότερο το Μνημόνιο που θα ζητούσαν οι αγορές για να μας δανείσουν – αν μας δάνειζαν, που δεν μας δάνειζαν; Μήπως, πάλι, ευθύνονται οι δοσίλογοι, οι ξένοι και οι κατοχικές δυνάμεις, που χαρίστηκαν στην Κύπρο, την Πορτογαλία και Ιρλανδία αλλά χαίρονται να βασανίζουν ειδικά την Ελλάδα;

Το πολιτικό σύστημα δεν μοιάζει να αντέχει μια λυτρωτική άσκηση αυτογνωσίας –από την αυτοκριτική φυλάγεται.

Τι μπορεί να επιδιώκει η πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής;

Να στηριχθεί, ίσως, το ηθικό του κομματικού μηχανισμού ενόψει μιας επιτακτικά αναγκαίας αλλά επώδυνης συμφωνίας – θα ήταν κάτι κατανοητό, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι. Δυστυχώς, δεν επιδιώκει να διερευνήσει πώς φτάσαμε σε Μνημόνιο. Γιατί, αν αυτό επιδίωκε, δεν θα απέκλειε τη διερεύνηση της 5ετίας Καραμανλή. Της διακυβέρνησης που ξεκίνησε διασύροντας διεθνώς τη χώρα με την πλαστή απογραφή, διήνυσε τη φαυλότατη διαχείριση 2007-9 και, αφού διπλασίασε το δημόσιο χρέος και πολλαπλασίασε τους διορισμούς πελατών, απέδρασε πυροδοτώντας ακόμη έναν διεθνή διασυρμό της χώρας: Με το ψέμα περί ελλείμματος 6% ενώ ήταν 13,7% – και, τελικά, 15,6%.

Αν θέλεις να βρεις την αλήθεια, δεν περιορίζεσαι να την αναζητείς στο στενό πεδίο που προκαθορίζουν οι κυβερνητικές συνεργασίες σου. Δεν θα τη βρεις. Για τον ίδιο λόγο που δεν βρίσκει τα κλειδιά του ο μεθυσμένος που τα ψάχνει μόνο εκεί που φωτίζει η λάμπα. Γιατί η αλήθεια (όπως και τα κλειδιά…) βρίσκεται παραπέρα, στον χώρο που μένει (αφήνεις) στο σκοτάδι. Αν, λοιπόν, δεν αντέχεις να ψάξεις στο σκοτάδι της 5ετίας, προκρίνοντας να μείνει χαρούμενος ο κυβερνητικός εταίρος σου, τουλάχιστον άφησε αυτόν να κάνει την πρόταση της δήθεν διερεύνησης. Ετσι ή αλλιώς, η πρόταση, καμένο μυρίζει…

του Κώστα Καλλίτση, kathimerini.gr

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 146 ακόμα followers