Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

manitariΣτην  πρωτότυπη εκδήλωση για τα μανιτάρια με κάλεσε  ο αγαπητός φίλος Τάσος Μαρτίνης, ο οποίος είναι Πρόεδρος του «Φιλοπρόοδου Συλλόγου Πολυδρόσου».  Παρότι δεν  μπορώ να θεωρήσω των εαυτό μου φίλο των μανιταριών, αποδέχθηκα με χαρά την πρόσκληση,  γιατί ως φίλος των κερασιών ποτέ δεν πέρασα άσχημα στο Βλαχώρι.

Απ’ όσους παρευρεθήκαμε σ’ αυτή την «περίεργη» εκδήλωση για τα μανιτάρια, σ’ αυτό το μικρό χωριό της Θεσπρωτίας,  νομίζω ότι κανένας δεν έφυγε παραπονεμένος.

Το Βλαχώρι βρίσκεται  42 χλμ από την Ηγουμενίτσα στο δρόμο προς Ιωάννινα,  κάτω ακριβώς από την παλιά εθνική οδό και πάνω από τον Καλαμά. Το φυσικό του τοπίο νομίζω πως όλες τις εποχές είναι πανέμορφο. vlaxori

Η εκδήλωση ξεκίνησε με επίσκεψη στο Λαογραφικό Μουσείο του χωριού το οποίο για τα δεδομένα της περιοχής μας και όχι μόνο ήταν αξιόλογο και πολύ οργανωμένο.  Αν και δεν έχω μεγάλη πείρα από μουσεία η εντύπωση που σου αφήνει η επίσκεψη είναι  πολύ θετική και αξίζει να το προσέξουν οι εκπαιδευτικοί του νομού μας.

mouseio 1Μετά από την ξενάγηση στο μουσείο,  στην αίθουσα του συλλόγου,  είχαμε «επίδειξη» των άγριων μανιταριών που παράγει το δάσος του Βλαχωρίου.  Στην εκδήλωση ήταν καλεσμένοι μέλη του συλλόγου «Φίλοι των μανιταριών Ηπείρου» οι οποίοι μας μίλησαν για τις θρεπτικές και όχι μόνο αξίες των μανιταριών.

Μετά το λόγο πήρε ο «πατριάρχης» ή «καθηγητής» των μανιταριών, όπως τον αποκαλούν οι χωριανοί του, ο Νικόλας Μαρτίνης, κτηνοτρόφος στο Βλαχώρι.  Μας έδειξε μερικά από τα πανέμορφα μανιτάρια που υπάρχουν στο δάσος του Βλαχωρίου και μας εξήγησε ποια από αυτά τρώγονται, ποια είναι περισσότερο ή λιγότερο νόστιμα  και ποια είναι τοξικά ή δηλητηριώδη. Η γνώση και η εμπειρία του Νικόλα Μαρτίνη πάνω στα μανιτάρια εξέπληξε ευχάριστα το κοινό της εκδήλωσης.manitaria 1

Στη συνέχεια γευτήκαμε υπέροχα μανιτάρια μαγειρεμένα με διάφορους τρόπους από τους κατοίκους του χωριού και αρκετές υπέροχες μανιταρόπιτες, ως μεζέδες για το τσίπουρο και το κρασί που μας φίλεψε ο σύλλογος.20151018_131016

Καταλήξαμε στο γραφικό καφενεδάκι του χωριού για δύο-τρία ακόμη τσίπουρα με συνοδεία τους γευστικούς μεζέδες του νεαρού ιδιοκτήτη και πολύ κουβέντα για «την ανάγκη της πόλης να πάει στο χωριό και όχι το χωριό στην πόλη» όπως εύστοχα ο Πρόεδρος του Φιλοπρόοδου Συλλόγου ανέφερε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην εκδήλωση.

ergatesathina-thumb-largeΗ λιτότητα ήταν και, δυστυχώς, παραμένει ακόμα αναπόφευκτη. Αλλά δεν μπορεί αυτή να είναι ο μεγάλος στόχος. Δεν αξίζει μια πολιτική που περιορίζει τις φιλοδοξίες της στην, έστω δίκαιη, κατανομή δεινών και βαρών. Στόχος και κριτήριο κάθε αξιόλογης πολιτικής είναι η ανάπτυξη, η αύξηση απασχόλησης, μισθών και εισοδημάτων, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων.

Δυστυχώς, στη μακρά ιστορική διαδρομή της Ελλάδας, οι δυνάμεις του παρασιτισμού πάντα αποδείχνονταν ισχυρότερες από εκείνες της παραγωγής, της καινοτομίας, της παραγωγικότητας, που πετύχαιναν φωτεινά μεν, αλλά, κατά τεκμήριο, βραχείας διάρκειας διαλείμματα. Με συνέπεια (πέρα από τις κρίσεις κυκλικού χαρακτήρα αλλά και μέσα από αυτές) οι δομές της καθυστέρησης να διαιωνίζονται. Κι η ανάπτυξη, ελλείψει διαρθρωτικών αλλαγών, να παρεμποδίζεται.

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή, το επιβεβαιώνει. Πριν από 100 χρόνια, τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα έως το 1912, η ελληνική οικονομία είχε καταφέρει να απογειωθεί συγκριτικά με τις άλλες των ευρωπαϊκών και γειτονικών χωρών. Ολος ο κόσμος, τότε, μιλούσε για το «ελληνικό θαύμα». Ακολούθησε η γνωστή πολιτική αναγέννηση. Κι αμέσως μετά, η καταστροφή του 1922…

Στην περίοδο του μεσοπολέμου, στο πλαίσιο νέου υποδείγματος προστατευμένης ανάπτυξης, η βιομηχανική παραγωγή αυξανόταν με εντυπωσιακούς ρυθμούς 7-8% επί δύο 10ετίες, κι η χώρα βγήκε θεαματικά από την κρίση του 1929. Ακολούθησαν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και ο μεγάλος διχασμός…

Μεταπολεμικά επιβλήθηκε ένα αυταρχικό μοντέλο μεγέθυνσης σε καθεστώς ξενοκρατίας (πάντα στην ξένη συνδρομή κατέφευγε το ιθαγενές κατεστημένο όταν τα εύρισκε δύσκολα, όντας ανίκανο να οργανώσει ευρύτερες συμφωνίες, συναινέσεις, και να διευθύνει μια νέα πορεία της πατρίδας μας…) με πυλώνες την απαγόρευση του συνδικαλισμού, τον αυταρχισμό των γνωστών «Παρθενώνων» και τη μαζική μετανάστευση…

Πέφτοντας πάνω στις κρίσεις του 1974 και του 1978, το γνωστό παραδοσιακό μοντέλο κατέληξε στις «προβληματικές» το 1979 και στην «αλλαγή με τσιφτετέλια» λίγο αργότερα. Μια νέα ευκαιρία δημιουργήθηκε στα μέσα της 10ετίας 1990. Κι αυτή, ωστόσο, παρά τα θετικά αποτελέσματα της προσπάθειας ένταξης στη Ευρωζώνη, άφησε άθικτα πελατειακό κράτος και παραδοσιακές παθογένειες όπως η διαπλοκή και η διαφθορά που παγίως συνοδεύουν ένα κλειστό κρατικοδίαιτο σύστημα. Εξαντλήθηκε εν πολλοίς σε έργα υποδομής και κατέληξε (με το φτηνό, λόγω ευρώ, χρήμα) στην «ελληνική φούσκα» με δανεικά. Η φούσκα έσπασε όταν οι αντοχές του συστήματος τσάκισαν με το ξέσπασμα της πρώτης κρίσης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, τέλη της προηγούμενης 10ετίας.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα ανασαίνει όλο και πιο βαριά, καθώς τρέχει επιτόπου και γλείφει τις πληγές της.

Σήμερα, οι θεσμοί είναι εξουθενωμένοι, η διαπλοκή, το πολιτικό χρήμα, τα συμφέροντα της φοροδιαφυγής και της ανομίας είναι ισχυρά – λες, έμειναν άθικτα ή ενισχύθηκαν μέσα στην κρίση. Η οικονομία είναι εξασθενημένη, η παραγωγική δυναμικότητα συρρικνωμένη, η αποεπένδυση είναι σε ιστορικά υψηλό σημείο, τα διαρθρωτικά προβλήματα (π.χ. ασφαλιστικό) έφτασαν στα όρια παροξυσμού, η δημοσιονομική ισορροπία πόρρω απέχει από το να είναι διατηρήσιμη, τα πρωτογενή πλεονάσματα που είχαν τεθεί ως στόχοι δεν είναι επιτεύξιμα και ήδη τράπηκαν σε ελλείμματα, η εξωτερική ισορροπία της οικονομίας είναι εύθραυστη στο πρώτο φύσημα μιας έστω ασθενικής ανάκαμψης, η μεγάλη ανεργία είναι σταθερή βάση της εξαθλίωσης αλλά και της παραβίασης κάθε έννοιας δικαιωμάτων για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Κι όμως, ο υπόλοιπος κόσμος προχωρά. Ούτε ευθύγραμμα ούτε όλος μαζί – γενιές και γενιές ματώνουν και χάνονται εξαιτίας της μιας ή της άλλης… «σταυροφορίας για τη δημοκρατία». Αλλά, στο μεγάλο μέρος του πλανήτη οι άνθρωποι σταθερά βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδό τους, εκατοντάδες εκατομμύρια βγαίνουν από τη φτώχεια, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται αξιοποιώντας τις ανατρεπτικές ψηφιακές τεχνολογίες, τη μεγάλη επανάσταση της ρομποτικής και δη της τεχνητής νοημοσύνης και τις εφαρμογές τους. Από τους τρισδιάστατους εκτυπωτές που κατασκευάζουν κτίρια έως ανθρώπινα όργανα, μέχρι τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό που σε μια 10ετία θα μπαίνουν σε μαζική κυκλοφορία, μέχρι την επέλαση της ανανεώσιμης αποκεντρωμένης ηλεκτροπαραγωγής, που απειλεί με κατάρρευση παραδοσιακούς γίγαντες του κλάδου – ίσως, έτσι όπως το Instagram και τα κινητά έσυραν σε χρεοκοπία την Kodak των 5 ηπείρων και των 160.000 μισθωτών.

Εμείς, πνιγμένοι σε ένα κυνήγι αριθμών, εύκολα μπορούμε να χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Μπερδεμένοι ανάμεσα στα δέντρα, να χάνουμε τις διαστάσεις του δάσους. Και να κοπιάζουμε χωρίς αποτέλεσμα, τρέχοντας επί τόπου, και να εξαντλούμαστε (κοινώς, να βολοδέρνουμε…) χωρίς σταθερό προσανατολισμό, καθώς δεν έχουμε καταφέρει να συζητήσουμε και αποφασίσουμε πού πάμε, ποια μετά-την-κρίση-Ελλάδα θέλουμε. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Αλλά, αν δεν καταρτιστεί ένα ρεαλιστικό και πραγματικά φιλόδοξο εθνικό σχέδιο, δεν θα αλλάζει το μείζον. Θα χάνουμε χρόνο – όπως χάσαμε και το 2015. Και θα συνεχίζουμε να αποκλίνουμε από τον νέο γενναίο κόσμο που αναδύεται και προχωρά δίχως να κοιτά τη δική μας μελαγχολία…

του Κώστα Καλλίτση από την kathimerini.gr

Ο λαός

athina-dromosΌταν έγινε η πρώτη συγκέντρωση στο Σύνταγμα υπέρ του «όχι», το δελτίο ειδήσεων ενός βρετανικού καναλιού είχε ζωντανό ρεπορτάζ από το μπαλκόνι κάποιου ξενοδοχείου της πλατείας με φόντο την εικόνα του πλήθους.

Μετά την εισαγωγή και μερικές γενικές πληροφορίες, ο δημοσιογράφος συνομίλησε με στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, τη Βασιλική Κατριβάνου (αν δεν με απατά η μνήμη μου· αν με απατά, ζητώ συγγνώμη), στην οποία έθεσε και το εξής ερώτημα: Πώς θα περάσετε τις θέσεις σας όταν τα υπόλοιπα 18 κράτη της ευρωζώνης τις απορρίπτουν;

Η απάντηση -δεν θυμάμαι ακριβώς τις λέξεις, αλλά αποδίδω το νόημα- δόθηκε αμέσως, με σιγουριά, ωσάν να επρόκειτο για κάτι φυσιολογικό και γνωστό τοις πάσι:«Η κόντρα είναι με τις κυβερνήσεις και όχι με τους λαούς, οι οποίοι βρίσκονται στο πλευρό μας».

Ο ισχυρισμός αυτός οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, είτε το ξέρουν και το θέλουν, είτε δεν το ξέρουν και δεν το θέλουν εκείνοι που τον διατυπώνουν.

Το πρώτο και εμφανέστερο είναι ότι σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, πλην Ελλάδος, το σύστημα της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έχει καταρρεύσει εφόσον άλλα θέλει ο κυρίαρχος λαός και άλλα πράττουν εκείνοι που υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν.

Επιπλέον, οι λαοί στις εν λόγω 18 χώρες, παρά την πρόθεσή τους να συνδράμουν αγωνιστικά τις προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν φαίνεται να ανησυχούν γι’ αυτήν την κατάφωρη διαστρέβλωση της βούλησής τους, άρα είναι ταυτοχρόνως και αγωνιστές και πρόβατα, ή απλώς δεν το έχουν αντιληφθεί, άρα είναι ηλίθιοι.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι υπάρχει μια διάσταση του προβλήματος, λιγότερο εμφανής, που αφορά την έννοια του λαού, όπως την αντιλαμβάνεται η Αριστερά. Η οποία μπορεί να έχει υποβαθμίσει τις παλιές «ορθόδοξες» ταξικές αναλύσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο λόγος της δεν καθορίζεται ενίοτε από έναν μαρξισμό (εγελιανής κοπής) που παραμένει ανομολόγητος.

Θέλω να πω ότι σύμφωνα με την «αστική» εκδοχή της δημοκρατίας, η βούληση του λαού καταγράφεται στις εκλογές όπου, με βάση την αρχή ότι κάθε άτομο έχει μία ψήφο ισόβαρη με όλες τις άλλες, επικρατεί η πολιτική που επιλέγει η πλειοψηφία.

Σύμφωνα όμως με τη μαρξιστική/εγελιανή θεωρία, ο λαός, δηλαδή η εργατική τάξη, επειδή ενσαρκώνει τη λογική που υποτίθεται ότι διέπει την ιστορική αναγκαιότητα, γίνεται πιο «πραγματικός» (Εγελος) ή επαναστατικός (Μαρξ) στο μέτρο που συνειδητοποιεί την αποστολή του. Συνεπώς, ο λαός είναι εκείνο το κομμάτι του εκλογικού σώματος που ψηφίζει την Αριστερά.

Φυσικά, ακόμα κι αν όλα αυτά ισχύουν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ περί λαού καθορίστηκε από άλλες, λιγότερο θεωρητικές αναζητήσεις και πιο πρακτικές σκοπιμότητες.

Κατ’ αρχάς, η διαπίστωση/πρόβλεψη ότι οι λαοί της Ευρώπης συμπαρίστανται στον αγώνα της ελληνικής Αριστεράς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αρχική παραδοχή, πάνω στην οποία χτίστηκε η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Εννοώ το περιβόητο: «Δεν μπορεί, στο τέλος θα κάνουν πίσω».

Επιπλέον, κι αυτό θα αποδειχθεί πολύ πιο σημαντικό, έχει να κάνει με τον δικανικό, πολιτικό λόγο -και δεν εννοώ μόνο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά όλων των κομμάτων- ο οποίος παραπέμπει στη λεγόμενη «επιτελεστική» λειτουργία της γλώσσας, που σημαίνει ότι στην πολιτική παρουσιάζουμε ως τετελεσμένο γεγονός αυτό που θα πρέπει ή θα θέλαμε να συμβεί.

Σύνηθες το φαινόμενο. Ας πούμε ότι στο Παρίσι γίνεται μια μεγάλη συγκέντρωση υπέρ της Ελλάδας.

Την άλλη μέρα οι εφημερίδες της Αριστεράς θα βγουν με πηχυαίο τίτλο «Οι Γάλλοι στο πλευρό μας», μολονότι όλοι γνωρίζουμε ότι κάποιοι Γάλλοι υποστηρίζουν την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να αντισταθεί στην πολιτική της λιτότητας, ενώ κάποιοι άλλοι, και μάλιστα οι περισσότεροι σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, πιστεύουν ότι οι εταίροι μας θα πρέπει να επιμείνουν στη σκληρή πολιτική τους.

Ετσι εξηγείται η επιλεκτική ανάγνωση ενός εκλογικού αποτελέσματος, με κριτήριο το αν μας συμφέρει κομματικά να το επικαλεστούμε ως αποστομωτικό επιχείρημα κατά των αντιπάλων μας ή να το αγνοήσουμε.

Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, η Αριστερή Πλατφόρμα διατυμπανίζει συνεχώς το μεγαλειώδες 62% του «όχι» στο δημοψήφισμα, ξεχνώντας τα εξής δύο πράγματα:

•Πρώτον, ότι πριν από τις κάλπες η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πως το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν αφορούσε το αν θα παραμείνουμε στο ευρώ, αλλά αντίθετα θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης, ενθαρρύνοντας έτσι τον λαό να αποδοκιμάσει τις προτάσεις των δανειστών, επειδή ταυτόχρονα τον διαβεβαίωνε ότι δεν διατρέχει τον παραμικρό κίνδυνο. Κάτι που όπως αποδείχθηκε ήταν μέγα λάθος ή μέγα ψέμα.

•Και δεύτερον, ότι με την ίδια λογική της λαϊκής βούλησης που καταδικάζει τελεσίδικα όποιον ηττάται, η Αριστερά θα όφειλε να είχε κλείσει το μαγαζί όταν επί δεκαετίες τα δύο μεγάλα κόμματα εξασφάλιζαν γύρω στο 80% των ψήφων, ενώ εμείς ξενυχτούσαμε για να δούμε αν ο Συνασπισμός θα μπει στη Βουλή.

Τελειώνω με κάτι ολίγον άσχετο: ολοένα και περισσότεροι υπ’ ατμόν διαφωνούντες δηλώνουν ότι ντρέπονται επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τήρησε τις προεκλογικές υποσχέσεις που έδωσε.

Υπάρχει κανείς που να ντρέπεται επειδή τις έδωσε, τέτοιες που ήταν;

Συντάκτης: Γιώργος Γιαννουλόπουλος, http://www.efsyn.gr/arthro/o-laos

greece-impos-thumb-largeΑ​​πό συνταγματική σκοπιά, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να οργανώσει το δημοψήφισμα της προσεχούς Κυριακής θέτει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας:

Εν πρώτοις, δεν είναι σαφές σε ποιο κείμενο ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει με ένα «ναι» ή με ένα «όχι». Αν, όπως διατείνεται η κυβέρνηση, πρόκειται για τη χρονολογικά τελευταία πρόταση των θεσμών, αυτό δεν είναι επίσημο και πάντως δεν είναι οριστικό κείμενο. Αν αύριο ο κ. Γιουνκέρ το αποσύρει ή το τροποποιήσει, τότε το δημοψήφισμα θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Εκτός αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι θα τεθεί υπό την κρίση του λαού οποιαδήποτε πρόταση υποβάλουν οι θεσμοί, ακόμη και η πιο συμφέρουσα. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν εξαιρετικά ανεύθυνο εκ μέρους της.

Δεύτερον, παρότι το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί για «κρίσιμο εθνικό θέμα» -και, συνεπώς, μπορεί κατ’ αρχήν να αφορά κάθε ζήτημα μείζονος σημασίας για το έθνος- στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι κατά 80%-90% δημοσιονομικού ενδιαφέροντος. Οπως δημοσιονομικού ενδιαφέροντος ήταν και η πρόταση των 7,9 δισ. ευρώ του κ. Τσίπρα προς τους δανειστές. Aυτό όμως το Σύνταγμα το απαγορεύει ρητά για το άλλο είδος δημοψηφίσματος που το ίδιο προβλέπει, δηλαδή την έγκριση ή απόρριψη ψηφισμένων δημοσιονομικών νομοσχεδίων. Ερωτάται όμως: μήπως βαπτίζοντας κρίσιμο εθνικό θέμα ένα κατ’ εξοχήν δημοσιονομικό ζήτημα, η κυβέρνηση καταστρατηγεί τη συνταγματική απαγόρευση; Εν προκειμένω, το μόνο έντιμο -και, κατ’ επέκταση, το μόνο συνταγματικά θεμιτό- ερώτημα θα ήταν «ευρώ ή δραχμή». Η κυβέρνηση όμως δεν τολμά να το θέσει.

Ο κ. Τσίπρας, εξάλλου, τηρεί σιγήν ιχθύος για τις συνέπειες της τυχόν επικράτησης του «όχι». Θα διαπραγματευθεί με τους δανειστές για μιαν άλλη συμφωνία; Θα αποσύρει τη χώρα από το ευρώ; Η στάση της αποτελεί τον ορισμό της παραφθοράς του δημοψηφίσματος από référendum σε plébiscite, που πρώτος δίδαξε ο Μέγας Ναπολέων για να γίνει δικτάτωρ. Να άλλη μια ασάφεια που επιτείνει τη σύγχυση.

Αν στα ανωτέρω προσθέσει κανείς και τον ελάχιστο χρόνο που θα διατεθεί για να αναπτυχθούν οι εκατέρωθεν απόψεις -πού ακούστηκε να συζητηθεί το μέλλον, κατ’ ουσίαν, της χώρας σε πέντε ημέρες;- αντιλαμβάνεται πως, μέσω μιας κατ’ επίφαση δημοκρατικής διαδικασίας, η κυβέρνηση επιχειρεί ανερυθρίαστα να παγιδεύσει τον ελληνικό λαό. Ούτε όμως το Σύνταγμα ούτε ο πατριωτισμός των Ελλήνων ανέχονται τέτοιου είδους εκτροπές.

Η εκτροπή συνεχίζεται..

Με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου που μόλις εξέδωσε (ΦΕΚ Α’64/28.6.2015), η κυβέρνηση μεταβάλλει μονομερώς και προς το συμφέρον της τους κανόνες του παιχνιδιού που ίσχυαν για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος: όπως ορίζεται επί λέξει, «εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση μιας μόνο Επιτροπής Υποστήριξης για το «ναι» ή το «όχι», λόγω ιδεολογικών ή πολιτικών ή άλλων διαφωνιών, αυτό ανακοινώνεται [στον αρμόδιο Υπουργό] από τον εκπρόσωπο του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος, μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν κάθε επιλογή». Στην περίπτωση αυτή διατίθενται τα 2/3 του προεκλογικού χρόνου στα κόμματα και το 1/3 στους λοιπούς φορείς που συντάσσονται με κάθε επιλογή.

Με άλλα λόγια, επειδή προφανώς δεν επιθυμεί να συγκροτήσει κοινή Επιτροπή Υποστήριξης με την Χρυσή Αυγή, ο κ. Τσίπρας εξασφαλίζει το δικαίωμά του να βγαίνει μόνος στην τηλεόραση για το μεγαλύτερο μέρος του διατιθέμενου ραδιοτηλεοπτικού χρόνου.

Αν αυτό ίσχυε μόνο για τον ίδιο (και για τον κ. Καμμένο) θα επιβεβαίωνε απλώς την κομματική ερμηνεία του Συντάγματος που του είναι τόσο οικεία. Όμως η νέα ρύθμιση επιβάλλει τον κανόνα των 2/3 και του 1/3 και για τους υποστηρικτές της άλλης επιλογής, ακόμη και αν αυτοί δεν το θέλουν.

Η τροποποίηση αυτή επήλθε μετά την προκήρυξη του Δημοψηφίσματος, κάτι που ούτως ή άλλως την καθιστά νομικά προβληματική. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι κραυγαλέα παράνομη αφού προσαρμόζει τους κανόνες του παιχνιδιού στις ανάγκες του κυβερνώντος κόμματος: όχι μόνο θέλει να κρύψει τη σύμπλευση του ΣΥΡΙΖΑ με ένα κόμμα που διώκεται ως «εγκληματική συμμορία», αλλά εμποδίζει και τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής (δηλαδή του «ναι») να εμφανισθούν ενωτικά, πάνω από κομματικούς πατριωτισμούς. Πρόκειται για ανεπίτρεπτη παρέμβαση στην στρατηγική του αντιπάλου για ιδιοτελείς σκοπούς.

Έτσι η εκτροπή συνεχίζεται…

*Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστημίου Αθηνών.

πηγή: Καθημερινή

pantarkas1--2-thumb-largeΕίμαστε μία βαθύτατα αρρωστημένη κοινωνία. Όχι μόνο από καιρό δεν υπάρχει πια εδώ διάλογος, (που με άλλα λόγια σημαίνει πως δεν έχουμε δημοκρατία) αλλά και η κάθε διαφορετική άποψη στοχοποιείται, ευτελίζεται και καθυβρίζεται.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συμβαίνει με την γελοιογραφία και την σάτιρα (είναι το θερμόμετρο της δημοκρατίας).

Όποιος τολμάει να σατιρίσει την εξουσία γίνεται αντικείμενο χυδαίων επιθέσεων αλλά και διώξεων. Όποιος εκφράσει αντίθετη άποψη με τους υβριστές, μπαίνει και αυτός στη λίστα των προγραφών. Γερμανοτσολιάδες και πεμπτοφαλαγγίτες όλοι οι διαφωνούντες.

Και η μόνη λύση για έναν σατιρικό που δεν θέλει να καλυφθεί με λάσπη, είναι να την ρίχνει ο ίδιος. Έτσι ο Λαζόπουλος, κάποτε ιδιοφυής σατιρικός, έγινε προπαγανδιστής του καθεστώτος και περιλούζει όποιον δεν αρέσει στο γκουβέρνο.

Η πιο θλιβερή περίπτωση (μετά την μήνυση στον Πετρουλάκη) είναι η πρόσφατη επίθεση στον Αρκά. Τον πιο αξιοπρεπή μας δημιουργό, που πέρα από μεγάλος καλλιτέχνης, είναι και ένας ακέραιος και σεμνός άνθρωπος. Τόλμησε να αγγίξει με ηπιότατο τρόπο) τα ιερά και τα όσια. Οχετός τον κατέκλυσε. Τον κατηγόρησαν ακόμα πως χρηματίζεται!

Αηδία και ναυτία νιώθω. Πώς καταντήσαμε έτσι; Δεν ξέρω αν φαλιρίσαμε υλικά, αλλά ηθικά έχουμε ήδη χρεοκοπήσει.

 του Νίκου Δήμου, protagon.gr

TEDxAcademyYouth03-620x440

https://www.youtube.com/watch?v=UlwBp97SSCQ

 img_39911430218836-thumb-largeΌπως καταλαβαίνετε, ένα πιθανό δημοψήφισμα θα είναι ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ «ηθική υπεροχή της αριστεράς». Η κυβέρνηση θα έχει στην ουσία  ομολογήσει ότι η μόνη ρεαλιστική επιλογή της θα είναι να αποδεχθεί ένα ακόμα σκληρό πακέτο μέτρων, ακριβώς όπως οι γερμανοτσολιάδες προκάτοχοί της, και η μόνη διαφορά με αυτούς θα βρίσκεται στο στυλ. Εκείνοι το έκαναν και το φχαριστιόντουσαν γιατί είναι γεννημένοι μνημονιακοί, όργανα των δανειστών και εχθροί του λαού (που τον κυβερνούσαν με πραξάρες νομοθετικού περιεχομένου), ενώ τούτοι υποφέρουν, έχουν ευαισθησίες (μόνο αυτοί), είναι αθώα θύματα εκβιασμού και ασφαλώς οι μόνοι φίλοι του λαού (γι’ αυτό τον κυβερνούν με πραξούλες νομοθετικού περιεχομένου). Επομένως, στην κρίσιμη στιγμή, όταν θα πρέπει να ληφθεί η μείζων απόφαση, δεν θα αρκεστούν στην νωπή εντολή του ελληνικού λαού, στην οποία, παρεμπιπτόντως, όφειλαν να είχαν αρκεστεί οι εταίροι μας, αλλά θα εκχωρήσουν στους πολίτες τη δική τους ευθύνη.

Ένα δημοψήφισμα θα ήταν επίσης και μια επική ομολογία ήττας. Το κόμμα που πήρε την εξουσία διαλαλώντας ότι μόνο αυτό θα κάνει διαπραγμάτευση, ότι μόνο αυτό και όχι οι οσφυοκάμπτες μνημονιακοί είναι σε θέση να υποχρεώσει τον ευρωπαϊκό νότο σε πλατιά συμμαχία κατά της λιτότητας και το Βερολίνο σε άτακτη υποχώρηση, ξαφνικά αποδεικνύεται το ίδιο αναποτελεσματικό με τους προηγούμενους έστω και ομολογουμένως πιο φωτογενές. Οι δανειστές είναι το ίδιο ανυποχώρητοι, τα περιθώρια το ίδιο στενά, η πραγματικότητα ξεροκέφαλα αναλλοίωτη. Επομένως το πολιτικό τους σενάριο θα αποδειχθεί αστήρικτο και επιπόλαιο και οι ίδιοι υπόλογοι, γιατί επί χρόνια εκπαίδευαν ένα κομμάτι του λαού στη φαντασίωση των εύκολων λύσεων.

Πάνω από όλα όμως ένα δημοψήφισμα θα ήταν ένα καταστροφικό λάθος με απρόβλεπτες συνέπειες. Κανείς λαός δεν είναι σε θέση να πάρει αποφάσεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητα πρόβλεψης σε ένα πολυπαραγοντικό αχαρτογράφητο μέλλον, στην περιγραφή του οποίου ούτε εξειδικευμένοι επιστήμονες συμφωνούν. Ακόμα και αν παρακάμψουν με συνταγματικές ακροβασίες τον σκόπελο του δημοσιονομικού ερωτήματος και επεκτείνουν το δίλημμα σε διαρθρωτικές αλλαγές, πιστεύει κανείς ότι ο μέσος πολίτης είναι σε θέση να απαντήσει με επάρκεια π.χ. για τη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού; Μα ένα πάνελ ειδικών στην τηλεόραση είναι ικανό να σε τρελάνει, πόσω μάλλον μια παρέα στο καφενείο πριν πάει να ψηφίσει.Και βέβαια η παρέα αυτή, όπως και όλες οι άλλες παρέες της χώρας, θα έχει προηγουμένως φροντίσει να παραχώσει τις καταθέσεις στο στρώμα, αφού όποια διατύπωση και αν έχει το ερώτημα, στο υστερόγραφο θα γράφει «ευρώ ή δραχμή». Επομένως είναι σίγουρο ότι στη μοιραία εκείνη Κυριακή θα φτάσουμε χωρίς τράπεζες.

Οι σημαντικές αποφάσεις για την πορεία μιας χώρας είναι δουλειά των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγεσιών και των κοινοβουλίων που πρέπει να παίρνουν και το βάρος της ευθύνης, όσο ιστορική κι αν είναι αυτή, και όχι  δουλειά των πολιτών. Φαντάζεστε να έιχαν κληθεί οι πολίτες να αποφασίσουν για την είσοδο στην ΕΟΚ ή για το όνομα της ΠΓΔΜ σε ποια ιστορικά ανοσιουργήματα θα είχαμε παγιδευτεί; Η κυβέρνηση οφείλει να εξαντλήσει τα όρια της ξακουστής διαπραγματευτικής της δεινότητας και να καταλήξει σε συμφωνία, το βάρος της όποίας εκείνη και μόνο εκείνη θα χρεωθεί ή θα πιστωθεί. Έχει ισχυρή εντολή που ειναι σαφής και δεν χρειάζεται καμία ανανέωση. Και αυτή είναι η παραμονή στην ευρωζώνη. Αν δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της εντολής, ας την καταθέσει.

petroylakhs-andreas-thumb

 

 

 

του Ανδρέα Πετρουλάκη, protagon.gr

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 148 ακόμα followers