Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 29 Μαΐου 2009

ΣΟΥΛΙ

Ενόψει των  «εορτών του Σουλίου» σας προτείνω ένα πολύ καλό βιβλίο κατά τη  γνώμη μου,  της ΒΑΣΩΣ Δ. ΨΙΜΟΥΛΗ. 

souli

«Η ιστορία του Σουλίου, είναι ταυτόχρονα έμβλημα, μύθος και πραγματικότητα. Το υποδειγματικό, από επιστημονική άποψη, βιβλίο της Βάσως Ψιμούλη αναδεικνύει κυρίως την πραγματικότητα. Από την ταραγμένη εποχή του 14ου αιώνα, εποχή των δεσποτάτων και των τοπικών αριστοκρατικών, των αλβανικών και των σερβικών διεισδύσεων ή μετακινήσεων έως τις ιδιότυπες ορεινές κοινότητες του οθωμανικού κράτους. Από το καθεστώς της εσωτερικής οργάνωσης των ορεινών κοινοτήτων, το καθεστώς της εκτεταμένης αντεκδίκησης και της προστασίας των αόπλων από τους ενόπλους έως τις δύσκολες σχέσεις που συντηρούν αυτές οι κοινότητες με άλλους θεσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και με την ίδια την οθωμανική διοίκηση. Καμιά φορά και με ξένες δυνάμεις, όπως ήταν η Βενετία, η Γαλλία, η Ρωσία. Η παρακαλούθηση αυτών των σχέσεων αναδεικνύει άλλωστε και μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη λειτουργίες του οθωμανικού κράτους και τις κοινωνίες των διαφορετικών πληθυσμών του. Οι διαρκώς ανανεούμενες συμμαχίες, οι ανατροπές του συσχετισμού των εσωτερικών δυνάμεων -κοινότητες, αρμοτολίκια, πασαλίκια, γενίτσαροι, κεντρική διοίκηση- οι βαθιές και συχνά αξεπέραστες αντινομίες τους εμφανίζονται και παρακολουθούνται σ’ όλον τους το δυναμισμό και την ποικιλία. Η ίδια κλασική ιστορία της σουλιώτικης σύγκρουσης με τον Αλή Πασά, που οδήγησε και στην αποδιάρθωση της ορεινής κοινότητας, ερευνάται σε όλες της τις λεπτομέρειες, ως προς όλα τα επόδικα και σκοτεινά αντικέιμενά της, φωτίζεται από την εσωτερική λογική της, μέσα στο πλαίσιο και τους κώδικές της, ώστε να γίνει κατανοητή ως μέρος μιας πραγματικής ιστορίας και όχι ως μέρος μιας ιστορίας που κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για άλλες ανάγκες και άλλα εμβλήματα. Η ιστορία των Σουλιωτών αποκτά μια νέα συγκινητική διάσταση όταν, μετά την ήττα τους, θα διασκορπιστούν ως πρόσφυγες στα Επτάνησα, αρχικά, και στην επανασταστημένη Ελλάδα λίγο αργότερα. Θα ενταχθούν έτσι, μετά από νέες περιπέτειες, στο σώμα και την ιδεολογία του ελληνικού κράτους, όπου και θα γνωρίσουν μια νέα και εμβληματική ιστορία».

Advertisements

Read Full Post »

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

 

 

 Θανάσης Τριαρίδης

 

Στις νάρκες του Έβρου,

 

στον πάτο  του Αιγαίου

 

 

         Υπάρχει ένα σύνθημα που το διαβάζεις γραμμένο σε τοίχους, με θυμωμένα νευρικά γράμματα και μαύρη μπογιά: «Στις νάρκες του Έβρου, στον πάτο του Αιγαίου χτίζεται η ασφάλεια του κάθε Ευρωπαίου». Όλοι μας κάπου το έχουμε δει – δεν μπορεί…

 

         Μου αρέσει αυτό το σύνθημα – κι όχι μόνο επειδή αυτοί που το γράφουν, αν μη τι άλλο, το κάνουν επειδή το πιστεύουν, δίχως να περιμένουν ανταλλάγματα και παραπολιτική βολή. Μου αρέσει γιατί υπαινίσσεται την ανθρωποφαγική βάση του δομημένου πολιτισμού μας, γιατί τσαλακώνει τη αναπόφευκτη δικαιολογία του «εγώ δεν ήξερα, δεν έβλεπα, δεν άκουγα», του «ζω την ιστορία χωρίς εμένα». Κι ακόμη: μου αρέσει γιατί αντιστέκεται στην ελληνοθρεμμένη και δυτικότροπη αυτοκατάφασή μας – αντίσταση για την οποία τόσο πάλεψαν, ο καθένας με τον τρόπο του, ένας γλωσσολόγος στην Ελλάδα και μια συγγραφέας στην Αμερική που έφυγαν με διαφορά λίγων ημερών: ο Τάσος Χριστίδης και η Σούζαν Σόνταγκ δεν πρόλαβαν την ανατολή του 2005, πρόφτασαν ωστόσο να πετάξουν τη φουχτιά τους με τον γόνιμο σπόρο.

 

         Στις νάρκες του Έβρου, στον πάτο του Αιγαίου: τι χτίζεται άραγε πάνω στα τουμπανιασμένα πτώματα και στα ακρωτηριασμένα κορμιά – τι περισσότερο από την απώλεια του μέλλοντος μας; Σε μια εκπομπή της τηλεόρασης, από αυτές που εύκαιρα γυρεύουν να ανασκοπήσουν την χρονιά, ένα δημοσιογράφος ρώτησε (καλοπροαίρετα) τους προσκεκλημένους του: «οι μετανάστες είναι ευλογία ή κατάρα;». Η ερώτηση αυτή είναι ενδεικτική της θεολογικοποιημένης εκφοράς του λόγου, στην οποία εξαναγκάζει η τηλεοπτική «συζήτηση» (με τους συντμημένους χρόνους και τα ιερά διαλείμματα για διαφημίσεις). Οι μετανάστες είναι κάτι πολύ περισσότερο από θεολογικό φαινόμενο: είναι ιστορία, δηλαδή ζωτικός όρος για την πορεία του ανθρώπου στον κόσμο, για ό,τι λογαριάζουμε (όπως το λογαριάζουμε) ως ανθρώπινο πολιτισμό. Αν οι νομάδες της προϊστορίας δεν έφευγαν από τις στέπες για να αναζητήσουν θερμότερα κλίματα, κι από τις ερήμους για να γυρέψουν εύφορη γη κοντά στις πηγές, οι άνθρωποι θα είχαν εξαφανιστει ως είδος προτού καν καλλιεργήσουν τη γη. Μα ακόμη και όταν την καλλιέργησαν και ανακάλυψαν την βία της ιδιοκτησίας (αυτό που ο Προυντόν ονόμασε κλοπή), η καταγεγραμμένη πλέον ιστορία τους ήταν η ιστορία μετακινήσεων, προσμίξεων, πολιτισμικών ενώσεων, αναγκών και ανάγκης. Τα «εθνικά σύνορα» που οριοθετούν τον «εθνικό ζωτικό χώρο» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια (απάνθρωπη στον πυρήνα της όσο φενακισμένη) κατασκευή του 19ου αιώνα – κι ας επέμεναν κάποιοι πως το δειλινό ανήκει στους ερωτευμένους  και η γη σε αυτούς που την περπατούνε.

 

         Έχω γράψει και άλλοτε πως η λέξη «λαθρομετανάστης» είναι από μόνη της μια σφαίρα. Η μετανάστευση είναι ζωτική κοινωνική ανάγκη του ανθρώπου, με τον ίδιο τρόπο που ζωτικές βιολογικές ανάγκες είναι η πείνα, η δίψα, η σεξουαλική ορμή. Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «λαθρομετανάστες», έχοντας δεχτεί ως φυσικό κανόνα τα «εθνικά σύνορα», είναι σαν να δεχόμαστε πως μια ζωτική ανθρώπινη ανάγκη μπορεί να υπαχθεί σε μεταγενέστερο «νόμο», ώστε να υπάρχει «νόμιμη» και μη «νόμιμη» (δηλαδή «λαθραία») έκφανσή της. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε ποτέ παράνομη την επιθυμία ενός ανθρώπου να πιει νερό ή να κάνει έρωτα; Θα λέγαμε ποτέ τη λέξη «λαθροδιψασμένος» η «λαθροερωτευμένος»; Κι όμως: η καθολική χρήση της λέξης «λαθρομετανάστης» (από όλες τις επίσημης αρχές, από πρωθυπουργούς και αρχιδημοσιογράφους, μα ακόμη και από τον φιλικό προς τους μετανάστες τύπο), δείχνει πως έχουμε μπροστά έναν κρίσιμο δρόμο για να φιλιωθούμε με αυτό που μπορούμε να ζήσουμε – αν δεν θέλουμε να ζήσουμε σε ένα κλειδωμένο κλουβί.

 

         Ας μην κρυβόμαστε: η ιστορία των ανθρώπων, το παράλογο μυθιστόρημά μας θα συνεχιστεί είτε με μεγάλο κρότο είτε με ψιθύρους ανάγκης – αλλιώς: είτε ως συντέλεια είτε ως ανθρώπινη ιστορία. Δεν ξέρω τι μπορούμε (και αν μπορούμε) να επιλέξουμε – μπορούμε ωστόσο να γυρεύουμε μέχρι το τέλος. Για μένα, για τη δική μου οπτική, η περιπέτεια αυτού του μυθιστορήματος (δηλαδή: αυτό που ονομάζουμε μέλλον) είναι οι μετανάστες που θα ακυρώσουν τα σύνορά μας, που θα χαλάσουν το κλειδωμένο κλουβί: αυτοί ξαναφτιάχνουν τον κόσμο, διότι έχουν την ανάγκη να τον ζήσουν, να γονιμοποιήσουν ό,τι η Δύση μετατρέπει σε τάξη θανάτου, να το ξανακάνουν ζωή, παραγωγή, πραγματικό χρόνο, ανάσα. Ετούτη η μελλοντική ιστορία (κι ας μου συχωρεθεί η αντίφαση) είναι η μόνη μας ανθρώπινη ευκαιρία, η μεταπολιτική μας ουτοπία – ο μύθος που έχουμε για να ζήσουμε. Από εκεί και πέρα, το αλεξικέραυνο της πράξης απομένει πια το ίδιο το σώμα μας – αν το θελήσουμε.

 

         Γι αυτό, μην προσπερνάτε τα θυμωμένα, νευρικά συνθήματα των τοίχων. Στις νάρκες του Έβρου, στον πάτο του Αγαίου, χάνουμε ένα κομμάτι από το μέλλον μας.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στην Μακεδονία της Κυριακής, στις 09-1-2005.)

Read Full Post »

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

Περιμένοντας τον έλληνα μεσσία

 Χριστίνα Κουλούρη |

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
«Δυστυχισμένος ο λαός που έχει ανάγκη από ήρωες» έγραφε ο Χέγκελ περίπου 200 χρόνια πριν. Η θέση αυτή υποδηλώνει ότι ένας λαός έχει ανάγκη από ήρωες όταν βρίσκεται σε κρίσιμη φάση και δεν διαθέτει σε συλλογικό επίπεδο τις ηθικές δυνάμεις που θα του επέτρεπαν να ξεπεράσει την κρίση. Εχει λοιπόν ανάγκη από εξαιρετικές προσωπικότητες, πάνω από τον μέσον όρο της κοινωνίας, που θα αναλάβουν- ενδεχομένως και με την υπέρτατη θυσία- τη συλλογική μοίρα.

Η ίδια θέση θα μπορούσε να έχει εξάλλου ένα επιπλέον νόημα: η λατρεία των ηρώων δηλώνει ότι η αξία του παρόντος υποτιμάται και περιφρονείται και ο λαός αναζητεί στο παρελθόν τους παραδειγματικούς εκπροσώπους της ταυτότητάς του. Η εποχή της γενικευμένης κρίσης και κυρίως της ηθικής κρίσης και της κρίσης των αξιών οδηγεί εύκολα σε αναζήτηση μεσσιανικών λύσεων, στην αναζήτηση ενός μεσσία που με τις εξαιρετικές του ικανότητες θα οδηγήσει την κοινωνία σε ένα καλύτερο μέλλον. Τις περισσότερες φορές εξάλλου ο μεσσίας προσφέρει απλώς την ανακούφιση της ελπίδας.

Η επικαιρότητα αυτών των σκέψεων επιβεβαιώνεται από την ψηφοφορία που διεξάγεται αυτόν τον καιρό για την ανάδειξη των μεγάλων Ελλήνων και, εν τέλει, του μεγαλύτερου Ελληνα όλων των εποχών. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για να στοχαστούμε γιατί σήμερα έχουμε ανάγκη από ήρωες, από ποια κατηγορία ηρώων έχουμε ανάγκη και με ποια κριτήρια στη συγκεκριμένη συγκυρία γίνεται η επιλογή. Κάθε ιστορικός γνωρίζει ότι οι ήρωες δεν είναι πάντα οι ίδιοι και ότι το ποιος χαρακτηρίζεται «ήρωας» ή «μεγάλος άνδρας» (γιατί περί ανδρών πρόκειται κυρίως) συνδέεται με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό παρόν. Για να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, είναι προφανές ότι ένας ποδοσφαιριστής (εν προκειμένω, ο Θοδωρής Ζαγοράκης) ή ένας ηθοποιός (π.χ. ο Θανάσης Βέγγος) δεν θα συγκαταλέγονταν σε καμία περίπτωση μεταξύ των «μεγάλων ανδρών» λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Αλλά και ποιος θα τολμούσε να επιλέξει τον Ιωάννη Μεταξά ή τον Γεώργιο Παπαδόπουλο τη δεκαετία του ΄80; Ο χαρακτηρισμός, συνεπώς, ενός προσώπου ως «μεγάλου» αλλάζει ανάλογα με τα κυρίαρχα πρότυπα μιας κοινωνίας. Αλλωστε ο «ήρωας», η εξαιρετική προσωπικότητα, συνήθως απομονώνεται από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του, ορίζεται αόριστα και στερεοτυπικά, ώστε να αποτελέσει πρότυπο και να εξυπηρετήσει μια παιδαγωγική στρατηγική. Γιατί μία από τις βασικές λειτουργίες των ηρωικών προτύπων είναι ακριβώς να «διδάξουν». Συνεπώς, εκείνος που χαρακτηρίζει ως «μεγάλο άνδρα» έναν δικτάτορα υιοθετεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρότυπο και θα ήθελε να επιβάλει στην κοινωνία συγκεκριμένες μεθόδους διακυβέρνησης. Το ηρωικό πρότυπο αποκτά έτσι και μία επιπλέον κανονιστική λειτουργία, «διδάσκοντας» την κοινωνία ποια πορεία πρέπει να ακολουθήσει.

Η επιλογή των ηρώων μπορεί επίσης να αποτυπώσει τους διχασμούς μιας κοινωνίας, την ποικιλία των πολιτικών και κοινωνικών ομάδων και τις κυρίαρχες ιδεολογικοπολιτικές τάσεις. Για μια κοινωνία όπως η ελληνική, που έζησε έναν Διχασμό και έναν Εμφύλιο Πόλεμο μέσα στον περασμένο αιώνα, αλλά και τη δραματική εμπειρία της εισροής των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, είναι αναμενόμενο ότι τα ηρωικά πρότυπα θα αντικατοπτρίσουν τη διχασμένη μνήμη όπως έχει μεταγραφεί σε Ιστορία- και όχι μόνο. Το «πάνθεον» θα περιλαμβάνει επομένως, αναπόφευκτα, και τον Αρη Βελουχιώτη και τον Οθωνα, και τον Γρηγόρη Λαμπράκη και τον Ν. Πλαστήρα. Γιατί στους «μεγάλους άνδρες» αναζητούν ταύτιση και αναγνώριση όλα τα μέλη της κοινωνίας. Ο ιστορικός ρόλος που έχει διαδραματίσει ο «μεγάλος άνδρας» προσφέρει εμμέσως θέση στη Μεγάλη Ιστορία σε όλους τους ανώνυμους πρωταγωνιστές της Μικρής Ιστορίας.

Ο καθορισμός των προσώπων που εν τέλει θα κατοικήσουν στο εθνικό πάνθεον γίνεται μέσα από ποικίλους μηχανισμούς, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν απλουστευτικά σε δύο: πρώτον, την επιλογή «από κάτω» και, δεύτερον, την «άνωθεν» επιβολή. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν αυτοί που θα χαρακτηρίζαμε «λαϊκοί ήρωες» (όπως ο Καζαντζίδης), ενώ στη δεύτερη η επιλογή γίνεται μέσω του κρατικού μηχανισμού και επιβάλλεται με το εκπαιδευτικό σύστημα και τις δημόσιες τελετές. Είναι προφανές ότι η πρώτη κατηγορία έχει μικρότερη συνοχή και μεγαλύτερη ποικιλία, ενώ η δεύτερη αποτυπώνει κατά το μάλλον ή ήττον τον εθνικό κανόνα και απαιτεί μεγαλύτερη συναίνεση.

Σε κάθε περίπτωση, η σύνδεση έθνους και ηρώων είναι στενή. Η πρόσληψη της εθνικής ταυτότητας είναι εκείνη που καθορίζει ποια πρόσωπα ενσαρκώνουν τις ιδιότητές της. Για το ελληνικό έθνος επιβεβαιώνεται συνεχώς το εξαιρετικό βάρος της Αρχαιότητας. Η δυσανάλογη παρουσία των αρχαίων στο εθνικό πάνθεον δηλώνει την υποτίμηση της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και των Νεοελλήνων συλλήβδην. Θα έλεγα ωστόσο ότι υπάρχει και μία άλλη διάσταση σε αυτή την ανισορροπία: η παγκόσμια εμβέλεια των «εθνικών ηρώων». Ο χαρακτηρισμός κάποιων ιστορικών προσωπικοτήτων ως «μεγάλων» εξαρτάται, σε έναν βαθμό, και από την υπερ-εθνική, παγκόσμια ακτινοβολία τους. Σε αυτόν τον τομέα, μάλλον οι αρχαίοι θεωρούνται εκτός συναγωνισμού. Αλλωστε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους η τυπολατρική προσήλωση στην Αρχαιότητα (το γλωσσικό ζήτημα αποτελεί το πιο εύγλωττο παράδειγμα) απετέλεσε σταθερά της ελληνικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής.

Η παγκοσμιότητα των εθνικών ηρώων στην ελληνική περίπτωση αποκτά επίσης μια νομιμοποιητική και αποδεικτική λειτουργία. Η νεότερη Ελλάδα συμπεριφέρθηκε, όπως έχει δείξει η Ελλη Σκοπετέα, σαν να είχε συνεχώς επάνω της το βλέμμα της Δυτικής Ευρώπης- μιας Ευρώπης δύσπιστης, έτοιμης να κρίνει και να καταδικάσει, έτοιμης επίσης να αμφισβητήσει την ίδια την ελληνική εθνική ταυτότητα. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται η μαζική ψήφος προς τον Μέγα Αλέξανδρο. Είναι ψήφος απολογητική και αποδεικτική. Είναι ψήφος «για τα μάτια των άλλων». Είναι προφανές ότι πριν από τη δεκαετία του ΄90 ο Αλέξανδρος δεν θα είχε την ίδια θέση στο εθνικό πάνθεον, ενώ μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι, αν σε λίγα χρόνια δημιουργηθεί θεωρητικά μια κρίση με τη Βουλγαρία, θα τον ξεπεράσει ο Βουλγαροκτόνος.

 

Read Full Post »