Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘συριζα’ Category

Ο λαός

athina-dromosΌταν έγινε η πρώτη συγκέντρωση στο Σύνταγμα υπέρ του «όχι», το δελτίο ειδήσεων ενός βρετανικού καναλιού είχε ζωντανό ρεπορτάζ από το μπαλκόνι κάποιου ξενοδοχείου της πλατείας με φόντο την εικόνα του πλήθους.

Μετά την εισαγωγή και μερικές γενικές πληροφορίες, ο δημοσιογράφος συνομίλησε με στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, τη Βασιλική Κατριβάνου (αν δεν με απατά η μνήμη μου· αν με απατά, ζητώ συγγνώμη), στην οποία έθεσε και το εξής ερώτημα: Πώς θα περάσετε τις θέσεις σας όταν τα υπόλοιπα 18 κράτη της ευρωζώνης τις απορρίπτουν;

Η απάντηση -δεν θυμάμαι ακριβώς τις λέξεις, αλλά αποδίδω το νόημα- δόθηκε αμέσως, με σιγουριά, ωσάν να επρόκειτο για κάτι φυσιολογικό και γνωστό τοις πάσι:«Η κόντρα είναι με τις κυβερνήσεις και όχι με τους λαούς, οι οποίοι βρίσκονται στο πλευρό μας».

Ο ισχυρισμός αυτός οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, είτε το ξέρουν και το θέλουν, είτε δεν το ξέρουν και δεν το θέλουν εκείνοι που τον διατυπώνουν.

Το πρώτο και εμφανέστερο είναι ότι σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, πλην Ελλάδος, το σύστημα της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έχει καταρρεύσει εφόσον άλλα θέλει ο κυρίαρχος λαός και άλλα πράττουν εκείνοι που υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν.

Επιπλέον, οι λαοί στις εν λόγω 18 χώρες, παρά την πρόθεσή τους να συνδράμουν αγωνιστικά τις προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν φαίνεται να ανησυχούν γι’ αυτήν την κατάφωρη διαστρέβλωση της βούλησής τους, άρα είναι ταυτοχρόνως και αγωνιστές και πρόβατα, ή απλώς δεν το έχουν αντιληφθεί, άρα είναι ηλίθιοι.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι υπάρχει μια διάσταση του προβλήματος, λιγότερο εμφανής, που αφορά την έννοια του λαού, όπως την αντιλαμβάνεται η Αριστερά. Η οποία μπορεί να έχει υποβαθμίσει τις παλιές «ορθόδοξες» ταξικές αναλύσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο λόγος της δεν καθορίζεται ενίοτε από έναν μαρξισμό (εγελιανής κοπής) που παραμένει ανομολόγητος.

Θέλω να πω ότι σύμφωνα με την «αστική» εκδοχή της δημοκρατίας, η βούληση του λαού καταγράφεται στις εκλογές όπου, με βάση την αρχή ότι κάθε άτομο έχει μία ψήφο ισόβαρη με όλες τις άλλες, επικρατεί η πολιτική που επιλέγει η πλειοψηφία.

Σύμφωνα όμως με τη μαρξιστική/εγελιανή θεωρία, ο λαός, δηλαδή η εργατική τάξη, επειδή ενσαρκώνει τη λογική που υποτίθεται ότι διέπει την ιστορική αναγκαιότητα, γίνεται πιο «πραγματικός» (Εγελος) ή επαναστατικός (Μαρξ) στο μέτρο που συνειδητοποιεί την αποστολή του. Συνεπώς, ο λαός είναι εκείνο το κομμάτι του εκλογικού σώματος που ψηφίζει την Αριστερά.

Φυσικά, ακόμα κι αν όλα αυτά ισχύουν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ περί λαού καθορίστηκε από άλλες, λιγότερο θεωρητικές αναζητήσεις και πιο πρακτικές σκοπιμότητες.

Κατ’ αρχάς, η διαπίστωση/πρόβλεψη ότι οι λαοί της Ευρώπης συμπαρίστανται στον αγώνα της ελληνικής Αριστεράς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αρχική παραδοχή, πάνω στην οποία χτίστηκε η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Εννοώ το περιβόητο: «Δεν μπορεί, στο τέλος θα κάνουν πίσω».

Επιπλέον, κι αυτό θα αποδειχθεί πολύ πιο σημαντικό, έχει να κάνει με τον δικανικό, πολιτικό λόγο -και δεν εννοώ μόνο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά όλων των κομμάτων- ο οποίος παραπέμπει στη λεγόμενη «επιτελεστική» λειτουργία της γλώσσας, που σημαίνει ότι στην πολιτική παρουσιάζουμε ως τετελεσμένο γεγονός αυτό που θα πρέπει ή θα θέλαμε να συμβεί.

Σύνηθες το φαινόμενο. Ας πούμε ότι στο Παρίσι γίνεται μια μεγάλη συγκέντρωση υπέρ της Ελλάδας.

Την άλλη μέρα οι εφημερίδες της Αριστεράς θα βγουν με πηχυαίο τίτλο «Οι Γάλλοι στο πλευρό μας», μολονότι όλοι γνωρίζουμε ότι κάποιοι Γάλλοι υποστηρίζουν την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να αντισταθεί στην πολιτική της λιτότητας, ενώ κάποιοι άλλοι, και μάλιστα οι περισσότεροι σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, πιστεύουν ότι οι εταίροι μας θα πρέπει να επιμείνουν στη σκληρή πολιτική τους.

Ετσι εξηγείται η επιλεκτική ανάγνωση ενός εκλογικού αποτελέσματος, με κριτήριο το αν μας συμφέρει κομματικά να το επικαλεστούμε ως αποστομωτικό επιχείρημα κατά των αντιπάλων μας ή να το αγνοήσουμε.

Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, η Αριστερή Πλατφόρμα διατυμπανίζει συνεχώς το μεγαλειώδες 62% του «όχι» στο δημοψήφισμα, ξεχνώντας τα εξής δύο πράγματα:

•Πρώτον, ότι πριν από τις κάλπες η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πως το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν αφορούσε το αν θα παραμείνουμε στο ευρώ, αλλά αντίθετα θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης, ενθαρρύνοντας έτσι τον λαό να αποδοκιμάσει τις προτάσεις των δανειστών, επειδή ταυτόχρονα τον διαβεβαίωνε ότι δεν διατρέχει τον παραμικρό κίνδυνο. Κάτι που όπως αποδείχθηκε ήταν μέγα λάθος ή μέγα ψέμα.

•Και δεύτερον, ότι με την ίδια λογική της λαϊκής βούλησης που καταδικάζει τελεσίδικα όποιον ηττάται, η Αριστερά θα όφειλε να είχε κλείσει το μαγαζί όταν επί δεκαετίες τα δύο μεγάλα κόμματα εξασφάλιζαν γύρω στο 80% των ψήφων, ενώ εμείς ξενυχτούσαμε για να δούμε αν ο Συνασπισμός θα μπει στη Βουλή.

Τελειώνω με κάτι ολίγον άσχετο: ολοένα και περισσότεροι υπ’ ατμόν διαφωνούντες δηλώνουν ότι ντρέπονται επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τήρησε τις προεκλογικές υποσχέσεις που έδωσε.

Υπάρχει κανείς που να ντρέπεται επειδή τις έδωσε, τέτοιες που ήταν;

Συντάκτης: Γιώργος Γιαννουλόπουλος, http://www.efsyn.gr/arthro/o-laos
Advertisements

Read Full Post »

 img_39911430218836-thumb-largeΌπως καταλαβαίνετε, ένα πιθανό δημοψήφισμα θα είναι ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ «ηθική υπεροχή της αριστεράς». Η κυβέρνηση θα έχει στην ουσία  ομολογήσει ότι η μόνη ρεαλιστική επιλογή της θα είναι να αποδεχθεί ένα ακόμα σκληρό πακέτο μέτρων, ακριβώς όπως οι γερμανοτσολιάδες προκάτοχοί της, και η μόνη διαφορά με αυτούς θα βρίσκεται στο στυλ. Εκείνοι το έκαναν και το φχαριστιόντουσαν γιατί είναι γεννημένοι μνημονιακοί, όργανα των δανειστών και εχθροί του λαού (που τον κυβερνούσαν με πραξάρες νομοθετικού περιεχομένου), ενώ τούτοι υποφέρουν, έχουν ευαισθησίες (μόνο αυτοί), είναι αθώα θύματα εκβιασμού και ασφαλώς οι μόνοι φίλοι του λαού (γι’ αυτό τον κυβερνούν με πραξούλες νομοθετικού περιεχομένου). Επομένως, στην κρίσιμη στιγμή, όταν θα πρέπει να ληφθεί η μείζων απόφαση, δεν θα αρκεστούν στην νωπή εντολή του ελληνικού λαού, στην οποία, παρεμπιπτόντως, όφειλαν να είχαν αρκεστεί οι εταίροι μας, αλλά θα εκχωρήσουν στους πολίτες τη δική τους ευθύνη.

Ένα δημοψήφισμα θα ήταν επίσης και μια επική ομολογία ήττας. Το κόμμα που πήρε την εξουσία διαλαλώντας ότι μόνο αυτό θα κάνει διαπραγμάτευση, ότι μόνο αυτό και όχι οι οσφυοκάμπτες μνημονιακοί είναι σε θέση να υποχρεώσει τον ευρωπαϊκό νότο σε πλατιά συμμαχία κατά της λιτότητας και το Βερολίνο σε άτακτη υποχώρηση, ξαφνικά αποδεικνύεται το ίδιο αναποτελεσματικό με τους προηγούμενους έστω και ομολογουμένως πιο φωτογενές. Οι δανειστές είναι το ίδιο ανυποχώρητοι, τα περιθώρια το ίδιο στενά, η πραγματικότητα ξεροκέφαλα αναλλοίωτη. Επομένως το πολιτικό τους σενάριο θα αποδειχθεί αστήρικτο και επιπόλαιο και οι ίδιοι υπόλογοι, γιατί επί χρόνια εκπαίδευαν ένα κομμάτι του λαού στη φαντασίωση των εύκολων λύσεων.

Πάνω από όλα όμως ένα δημοψήφισμα θα ήταν ένα καταστροφικό λάθος με απρόβλεπτες συνέπειες. Κανείς λαός δεν είναι σε θέση να πάρει αποφάσεις που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητα πρόβλεψης σε ένα πολυπαραγοντικό αχαρτογράφητο μέλλον, στην περιγραφή του οποίου ούτε εξειδικευμένοι επιστήμονες συμφωνούν. Ακόμα και αν παρακάμψουν με συνταγματικές ακροβασίες τον σκόπελο του δημοσιονομικού ερωτήματος και επεκτείνουν το δίλημμα σε διαρθρωτικές αλλαγές, πιστεύει κανείς ότι ο μέσος πολίτης είναι σε θέση να απαντήσει με επάρκεια π.χ. για τη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού; Μα ένα πάνελ ειδικών στην τηλεόραση είναι ικανό να σε τρελάνει, πόσω μάλλον μια παρέα στο καφενείο πριν πάει να ψηφίσει.Και βέβαια η παρέα αυτή, όπως και όλες οι άλλες παρέες της χώρας, θα έχει προηγουμένως φροντίσει να παραχώσει τις καταθέσεις στο στρώμα, αφού όποια διατύπωση και αν έχει το ερώτημα, στο υστερόγραφο θα γράφει «ευρώ ή δραχμή». Επομένως είναι σίγουρο ότι στη μοιραία εκείνη Κυριακή θα φτάσουμε χωρίς τράπεζες.

Οι σημαντικές αποφάσεις για την πορεία μιας χώρας είναι δουλειά των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγεσιών και των κοινοβουλίων που πρέπει να παίρνουν και το βάρος της ευθύνης, όσο ιστορική κι αν είναι αυτή, και όχι  δουλειά των πολιτών. Φαντάζεστε να έιχαν κληθεί οι πολίτες να αποφασίσουν για την είσοδο στην ΕΟΚ ή για το όνομα της ΠΓΔΜ σε ποια ιστορικά ανοσιουργήματα θα είχαμε παγιδευτεί; Η κυβέρνηση οφείλει να εξαντλήσει τα όρια της ξακουστής διαπραγματευτικής της δεινότητας και να καταλήξει σε συμφωνία, το βάρος της όποίας εκείνη και μόνο εκείνη θα χρεωθεί ή θα πιστωθεί. Έχει ισχυρή εντολή που ειναι σαφής και δεν χρειάζεται καμία ανανέωση. Και αυτή είναι η παραμονή στην ευρωζώνη. Αν δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της εντολής, ας την καταθέσει.

petroylakhs-andreas-thumb

 

 

 

του Ανδρέα Πετρουλάκη, protagon.gr

Read Full Post »

20150414160316_img_79281429028056-thumb-largeΠέρασε στα ψιλά η ανατριχιαστική φράση του Νίκου Βούτση, που από το βήμα της Βουλής απευθύνθηκε μαινόμενος στους βουλευτές της αντιπολίτευσης: «Το μακρύ σας χέρι στην επικοινωνία και την κατασυκοφάντηση του λαού, των κινημάτων και των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, θα κοπεί από τη ρίζα του…».

Αυτή η μεταφορά με τη φονταμενταλιστική χροιά, που χειροκροτήθηκε θερμά από όλους τους βουλευτές της συγκυβέρνησης, πολύ φοβάμαι ότι δίνει ένα ακόμα σήμα ακραίου φανατισμού και απολυταρχισμού. Η απειλή είναι άμεση και υποθέτω ότι τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν θα είναι με πολλούς τρόπους επώδυνα για όσους συκοφαντούν, κατά τον Βούτση, τον λαό γενικώς(!) αλλά και τα κινήματα και τις δυνάμεις της Αριστεράς.

Ποτέ δεν τα είχε καλά με τη δημοκρατική αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων ο ΣΥΡΙΖΑ. Εάν αποδελτιώσει κάποιος, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα συκοφαντικά εφευρήματα, μόνο τις χυδαίες επιθέσεις και τις απειλές που δέχθηκε ο Δημήτρης Χαντζόπουλος από την Αυγή του Φίλη, θα κατανοήσει ότι δεν ορκίζονται πίστη στην ελευθερία του Τύπου, παρά μόνο αν οι απόψεις του συμφωνούν μαζί τους. Τουλάχιστον ο Καμμένος μένει στις εξοντωτικές αγωγές, όπως αυτή κατά του Ανδρέα Πετρουλάκη… Και αυτά πριν αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Όμως τώρα ο Βούτσης είναι ένας πανίσχυρος υπουργός Εσωτερικών και η εικόνα του την ώρα που ούρλιαζε για χέρια και μαχαίρια μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο αποκτούσε άλλη βαρύτητα, ανέδιδε οσμή μίσους και ταυτοχρόνως πανικού.

Οι αδιέξοδες πολιτικές της νέας κυβέρνησης, που ετοιμάζεται να ρίξει τη χώρα στον δρόμο χωρίς γυρισμό πρέπει να αιτιολογηθούν, να αναζητηθούν οι υπεύθυνοι. Ο ένας πόλος των κακών είναι οι «άλλοι», οι εταίροι, οι δανειστές και όσοι συμφωνούν μαζί τους. Αυτή η επικοινωνιακή τακτική είναι το μόνιμο μοτίβο όλων των υπουργών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Τώρα, με εμφατικό τρόπο από το στόμα του Βούτση, βρέθηκε και η άλλη όψη του κακού: Τα άθλια ΜΜΕ και το μακρύ χέρι της επικοινωνιακής τακτικής των κομμάτων που πρέπει να κοπεί από τη ρίζα!

Ευτυχώς δεν ζούμε στο Αφγανιστάν ή στην επικράτεια του Κράτους του Ισλάμ, επομένως δεν μπορεί να εκληφθεί ως κυριολεξία αυτή η φράση, μοναδική στην ωμότητά της για τα κοινοβουλευτικά – πολιτικά ήθη. Ο Βούτσης ωστόσο έδωσε το σύνθημα και υπάρχουν πολλά πρόθυμα αυτιά στον χώρο τους και πέραν αυτού για να περάσουν στο παρασύνθημα και να κάνουν πράξη τις γνωστές βίαιες πρακτικές του παρελθόντος κατά των άθλιων γερμανοτσολιάδων και των φερεφώνων.

Το εμφυλιοπολεμικό «ή εμείς ή αυτοί», επιστρέφει. Όχι πλέον σαν προεκλογικό σλόγκαν αλλά σαν επίσημη κυβερνητική θέση. Τώρα ο Τσίπρας, και ο Βούτσης θα αποφασίζουν ποιοι είναι οι συκοφάντες του λαού, επομένως ποια είναι τα βρώμικα χέρια που πρέπει να κοπούν.

Έχουμε μπροστά μας αυτήν την Αριστερά που αυτό ξέρει, αυτό κάνει.

του Κώστα Ρεσβάνη, protagon.gr

Read Full Post »

merkel_9Για τις πρόσφατες και παρθενικές διαπραγματεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τους εταίρους/δανειστές μας έχουμε μάθει σχεδόν τα πάντα: ποιος είπε τι και πότε, τι εννοούσε, πώς αντέδρασαν οι άλλοι κ.ο.κ. Το ίδιο ισχύει και για τις αποτιμήσεις, οι οποίες κυμαίνονται από το «κερδίσαμε μια μάχη αλλά όχι τον πόλεμο» μέχρι το «βαφτίσαμε το κρέας ψάρι» (τόσο ευρεία είναι η γκάμα, ακόμα και μέσα στην Κουμουνδούρου). Παρ’ όλα αυτά, όμως, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω ορισμένες κινήσεις της κυβέρνησης, όχι για λόγους ιδεολογικούς -αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση- αλλά επειδή έχω την εντύπωση ότι παραβιάζουν τους στοιχειώδεις κανόνες της κοινής λογικής. Θα περιοριστώ στα δύο κυριότερα παραδείγματα.

Το πρώτο που δεν κατάλαβα ήταν το αίτημα να μας δοθεί ένα εξάμηνο δάνειο-γέφυρα. Για όλους όσοι έχουν δοσοληψίες με τράπεζες, η έννοια του bridging loan είναι οικεία. Οταν αντιμετωπίζουμε προβλήματα ρευστότητας ζητάμε μια προσωρινή βοήθεια που θα μας φέρει στα ίσια· και μετά όλα θα πάνε καλά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, συνεχώς και επί χρόνια, διακηρύσσει ότι ο απώτερος στόχος του είναι η εκ βάθρων ανατροπή του συστήματος που επέβαλαν και επί δεκαετίες διαχειρίζονται με καταστρεπτικές συνέπειες οι απάνθρωποι νεοφιλελεύθεροι. Με αυτό κατά νου, το ελληνικό αίτημα θα μπορούσε ή μάλλον θα έπρεπε να διαβαστεί ως εξής: περιμένουμε από εσάς, τους ιδεολογικούς εχθρούς μας, να μας διευκολύνετε για να σας ανατρέψουμε. Ή, αλλιώς, ζητάμε από κάποιον που θέλουμε να κρεμάσουμε να μας δανείσει τα λεφτά για να αγοράσουμε το σχοινί. Δυστυχώς για τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με ανάλγητους, ιδιοτελείς και άπληστους εκμεταλλευτές, μπορώ με απόλυτη ασφάλεια να σας διαβεβαιώσω ότι βλάκες δεν είναι.

Μέχρι εδώ δεν καταλαβαίνω σχεδόν τίποτε, αλλά στη συνέχεια τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δυσεξήγητα. Διότι μετά την άρνηση των εταίρων να μας δώσουν το δάνειο-γέφυρα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. είχε τις εξής δύο επιλογές: είτε να απειλήσει με στάση πληρωμών και εθελούσια έξοδο από το ευρώ, κάτι που σύμφωνα με τον Γ. Δραγασάκη συζητήθηκε και απορρίφθηκε, είτε να μεταπείσει τους απηνείς νεοφιλελεύθερους δανειστές μας να αλλάξουν ρότα. Αυτή τη δεύτερη αποστολή ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο Γ. Βαρουφάκης. Δεν ξέρω ποια ελαττώματα μπορεί να του καταλογιστούν, αλλά σίγουρα ένα απ’ αυτά δεν είναι ότι υποτιμά τον εαυτό του. Αντίθετα, όποτε τον ακούω, τον διαβάζω ή τον βλέπω (αναφέρομαι στις ενδυματολογικές επιδόσεις του), θυμάμαι τη γνωστή ατάκα του Γούντι Αλεν για τον Νόρμαν Μάιλερ: ότι αποφάσισε όταν πεθάνει να δωρήσει το εγώ του στην επιστήμη.

Το τι συνέβη το γνωρίζουμε: ο Γ. Βαρουφάκης, αντί να υποβάλει συγκεκριμένες και κοστολογημένες προτάσεις, επέλεξε να δώσει μια διάλεξη για να εξηγήσει στους αδαείς και εμβρόντητους συναδέλφους του τη δική του θεωρία και λύση για την κρίση. Πίσω απ’ αυτήν την επιλογή δεν μπορεί παρά να κρύβονται οι εξής δύο προσδοκίες: Είτε οι δανειστές μας -υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τα τσιράκια του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού τομέα που διαχειρίζονται ιλιγγιώδη ποσά προς ίδιον όφελος- θα ανέκραζαν: «Για μισό λεπτό! Μήπως όλα αυτά τα χρόνια κάναμε λάθος;» Είτε, για να πάμε στο άλλο άκρο, σε ολόκληρη την Ευρώπη τα πλήθη θα ξεχύνονταν στους δρόμους για να παραταχθούν πίσω από τα οδοφράγματα. Δεν συνέβη ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Το δεύτερο που δεν καταλαβαίνω, και γι’ αυτό θα είμαι σύντομος επειδή το πράγμα βοά, είναι το επιχείρημα ότι οι ξένοι οφείλουν να σεβαστούν την ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Ομολογώ ότι μετά από πολλά χρόνια στο επάγγελμα, ίσως πρόκειται για τη μεγαλύτερη ανοησία -προσπαθώ να αποφύγω μια άλλη ομοιοκατάληκτη λέξη- που έχω ακούσει. Με άλλα λόγια, η Μέρκελ π.χ. οφείλει να αλλάξει την πολιτική της (καλή ή κακή, δεν το εξετάζω) για να ευθυγραμμιστεί με τη βούληση του ελληνικού λαού, αγνοώντας τη βούληση των δικών της ψηφοφόρων. Αναφέρω ενδεικτικά ότι μια πρόσφατη δημοσκόπηση στη Γερμανία έδειξε ότι μόνο το 21% των Γερμανών εγκρίνουν την παροχή οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα.

Πώς είναι δυνατό να διακινούνται τόσο πελώριες ανοησίες; Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, δεν ισχυρίζομαι ότι αν όλοι σεβαστούμε τους κανόνες της κοινής λογικής θα συμφωνήσουμε στα πάντα και θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Οι διαφορές μας είναι ιδεολογικές/πολιτικές και τέτοιες παραμένουν. Αρα οι συζητήσεις και οι κόντρες θα συνεχιστούν. Ευτυχώς. Μπορούμε όμως να ανεβάσουμε κάπως το επίπεδο της συζήτησης, περνώντας από ένα κόσκινο, έστω χοντρό, το τι λέμε. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, δεν το βλέπω να γίνεται σύντομα, επειδή οι πιέσεις που ασκούνται οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Και, φυσικά, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης θα πρέπει να καταλογιστεί στους πολιτικούς. Θα μείνει όμως αρκετή που βαρύνει τον σοφό και μονίμως προδομένο λαό. Για να παραφράσω τη διαβόητη ρήση του Θ. Πάγκαλου, όλοι μαζί παραμυθιαζόμαστε.

Συντάκτης: Γιώργος Γιαννουλόπουλος,  efsyn.gr

Read Full Post »

του Νίκου Μαραντζίδη, kathimerini.gr

immanuelajkantΤις τελευταίες ημέρες, βλέπω την ανησυχία στα πρόσωπα πολλών οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ και πραγματικά τους κατανοώ. Η χώρα οδηγήθηκε, χωρίς λόγο, σε πρόωρες εκλογές επειδή η τότε αξιωματική αντιπολίτευση δήλωνε έτοιμη για την πραγματοποίηση του άλματος στον ουρανό. Η φαντασίωση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς που θα έσκιζε τα Μνημόνια και θα απελευθέρωνε τη χώρα από τα δεσμά του χρέους, υποχρεώνοντας τους εταίρους μας να αποδεχτούν ένα «κούρεμα» του μεγαλύτερου μέρους του, γοήτευσε όχι μόνο τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ένα σημαντικό τμήμα συντηρητικών ψηφοφόρων.

Υστερα από ένα μόλις μήνα διακυβέρνησης, η πτώση στη γη δείχνει να έχει έρθει νωρίτερα του αναμενομένου. Η κυβέρνηση της Αριστεράς μετατράπηκε σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με τον πρόεδρο των τελευταίων και υπουργό Εθνικής Αμυνας να υποχρεώνει σε αμήχανες απολογίες τους φίλους της κυβέρνησης εξαιτίας των αλλεπάλληλων προβληματικών δηλώσεων και κινήσεών του. Η εκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας του κ. Πρ. Παυλόπουλου βιώθηκε από πολλούς οπαδούς της Αριστεράς ως μια χαμένη ευκαιρία. Οσοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους εναντίον της εκλογής του κ. Στ. Δήμα, μάλλον τώρα θα πρέπει να αισθάνονται απογοητευμένοι από μια τόσο συστημική επιλογή, τόσο πολύ ταυτισμένη με τις παλιές κακές συνήθειες του πολιτικού συστήματος: τον πελατειασμό και την απραξία. Στα κρίσιμα θέματα του Μνημονίου και του χρέους, η αρχικά υπερήφανη, σχεδόν εξεγερσιακή, στάση εξελίσσεται σε άσκηση άγαρμπης προσαρμογής στον ρεαλισμό στον οποίο οδηγήθηκε η κυβέρνηση από τη στιγμή που ζήτησε την παράταση της δανειακής σύμβασης. Οποιες κι αν είναι οι επικοινωνιακές φανφάρες, όλοι αντιλαμβανόμαστε πως δανειακή σύμβαση και Μνημόνιο είναι ταυτόσημες έννοιες. Η κυβέρνηση ανακαλύπτει, δυστυχώς λίγο αργά, πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι αρκετά περίπλοκοι και οι συσχετισμοί όχι ιδιαίτερα φιλικοί για την ανάπτυξη συμπεριφορών του τύπου «αν δεν πάρω αυτά που θέλω θα τα κάνω Κούγκι». Εστω κι αν χάθηκαν δυο-τρεις κρίσιμοι μήνες (και ενδεχομένως θα χαθεί κι άλλος χρόνος) η ολική επαναφορά στον δρόμο του ορθολογισμού είναι από μόνο του καλό πράγμα.

Δυστυχώς, όμως, όπου η πραγματικότητα δεν έχει ισχυρούς και άμεσους μηχανισμούς επιβολής της λογικής, τότε τα αποτελέσματα είναι θλιβερά. Στα θέματα της εκπαίδευσης, για παράδειγμα, δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να κλάψει ή να γελάσει. Το υπουργείο, μεταξύ άλλων, σκέφτηκε πως τα πανεπιστήμια πρέπει να εντοπίσουν μερικές δεκάδες χιλιάδες «αιωνίων» φοιτητών, τους οποίους θα καλέσουν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους δεσμεύοντάς τους με ένα εξατομικευμένο «συμβόλαιο τιμής». Αρχικώς αναρωτήθηκα μήπως επρόκειτο για αστείο εις βάρος του υπουργού. Πού ακούστηκε το πανεπιστήμιο να παρακαλάει να ολοκληρώσουν οι φοιτητές τις σπουδές τους; Πού ακούστηκε να μην υπάρχουν κανόνες φοίτησης, αλλά να επαφιόμαστε στον προνεωτερικό «λόγο τιμής» προκειμένου να περατωθεί μια διαδικασία ιδιαίτερα ακριβή σε κόστος για τον Ελληνα φορολογούμενο. Τη στιγμή μάλιστα που η κατάσταση είναι ήδη εξωφρενική, καθώς στο πλαίσιο του «πάρε κόσμε πτυχία» μπας και μας δώσεις ψήφους, η προηγούμενη κυβέρνηση θέσπισε τη δυνατότητα να μπορεί κάποιος να εξετάζεται σε κάθε μάθημα τρεις φορές τον χρόνο (από δύο που ήταν). Και αντί αυτό να αλλάξει προς το σοβαρότερο (δηλαδή να περιοριστεί η δυνατότητα του αριθμού των εξετάσεων ανά μάθημα) επιστρέφουμε στην εκπαιδευτική αθλιότητα των σπουδών της δεκαετίας του ’80. Στην πραγματικότητα, τέτοιες αντιμεταρρυθμίσεις δεν είναι παρά η έκφραση ενός παρωχημένου ισοπεδωτισμού που αντιλαμβάνεται πως οι σπουδές αξίζουν μόνο για το πτυχίο και το πτυχίο μόνο για τον διορισμό στο Δημόσιο ή τις κρατικές ρυθμίσεις (επαγγελματικά δικαιώματα) που εξασφαλίζει.

Ενα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση προσεγγίζει μέσα από περιπέτειες τον δύσβατο στην Ελλάδα δρόμο της λογικής και του ρεαλισμού. Τα οικονομικά ζητήματα παύουν σιγά σιγά να αντιμετωπίζονται από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με τους όρους του «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», καθώς γίνονται αντιληπτά η συνθετότητα και ο βαθμός δυσκολίας των υπό διαχείριση ζητημάτων σε ένα διεθνοποιημένο κόσμο. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, και εφόσον καταφέρει να συνάψει ένα πραγματικό συμβόλαιο τιμής με τη λογική, η κυβέρνηση έχει δυνατότητες να αφήσει κάποιο θετικό έργο. Διαφορετικά, το τι έχουμε να δούμε δεν περιγράφεται.

Σε αυτή τη χώρα το μεγαλύτερο κακό που έχει κάνει ο εθνολαϊκισμός είναι πως έχει καταστρέψει σε συλλογικό επίπεδο την κοινή λογική. Η κοινωνία, ωσάν να είναι μαγεμένη, επιλέγει κάθε φορά αυτό που της φαίνεται ελκυστικό και βολικό χωρίς να μπει στον κόπο ακόμη και της στοιχειωδέστερης κριτικής ανάλυσης. Οι πολιτικές ηγεσίες εκστασιάζονται από την ικανότητα του εθνολαϊκισμού να επηρεάζει τα πλήθη προς όφελός τους και τείνουν να πιστέψουν ότι έχουν τις μαγικές ικανότητες για να προσαρμόσουν τον κόσμο στις φαντασιώσεις τους. Στο τέλος, όμως, όλοι βγαίνουν χαμένοι: και οι πολίτες και οι πολιτικές ηγεσίες. Αυτή είναι η πραγματική «εθνική μας τύφλωσις».

Read Full Post »

του Θ. Λαζαρίδη, axmi.gr

timthumbΠριν από ένα περίπου χρόνο δημοσιεύθηκε στην Αυγή ένα κείμενο με θέσεις-προτάσεις του τμήματος Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ. Κάθε κατάθεση προτάσεων και πρόσκληση σε διάλογο είναι θετική, ιδιαίτερα όταν απουσιάζουν ανάλογες προτάσεις από άλλα κόμματα. Οι προτάσεις όμως περιέχουν κάποια στοιχεία που μου προκαλούν ανησυχία κι έτσι αποφάσισα να ανταποκριθώ στην πρόσκληση.

Το κείμενο περιέχει γενικές αρχές και στόχους με τους οποίους κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει: «πνευματική καλλιέργεια, ολόπλευρη μόρφωση και ενίσχυση της δημοκρατικής συνείδησης».

Το ζήτημα είναι το πώς αντιλαμβάνεται κανείς αυτές τις αρχές και με ποιον τρόπο τις προάγει. Θα σταθώ στο τελευταίο, τη «δημοκρατική συνείδηση», και θα θέσω κάποια ερωτήματα.

Είναι δημοκρατία η ανοχή σε μειοψηφίες που επιδιώκουν να επιβάλουν την άποψή τους;

Είναι δημοκρατική πρακτική οι καταλήψεις σχολείων;

Είναι αυταρχισμός η εφαρμογή των νόμων που ψηφίζει η δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή;

Είναι «τεχνοφασισμός» η ηλεκτρονική ψηφοφορία;

Αν δεν συμφωνήσουμε πρώτα ως κοινωνία σε αυτά τα ζητήματα, δεν έχει νόημα να συζητάμε για εμπέδωση δημοκρατικής Παιδείας. Και ας μην ξεχνάμε ότι Παιδεία μεταδίδουμε όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τις πράξεις μας.

Η πρώτη αντίρρηση που μπορεί να διατυπώσει κανείς για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι το οικονομικό κόστος.  Διορισμοί και αυξήσεις μισθών φαντάζουν ανέφικτα στην παρούσα συγκυρία. Όπως και να έχει, το πρόγραμμα θα έπρεπε να συνοδεύεται με εκτίμηση του κόστους και αναφορά στο πού θα βρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι. Αντίρρηση μπορεί να φέρει κανείς και στην πρόταση για κατάργηση των συγχωνεύσεων σχολείων, οι οποίες είχαν και έχουν όχι μόνο οικονομική αλλά και εκπαιδευτική σκοπιμότητα. Από τη μια, είναι βολικό να έχει κάθε γειτονιά το σχολείο της. Αν αυτό το σχολείο, όμως, είναι πολύ μικρό, δεν θα μπορεί να προσφέρει το εύρος των επιλογών που μπορεί να προσφέρει ένα μεγαλύτερο σχολείο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οραματίζεται μια ενιαία υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι το τέλος του Λυκείου και μεταθέτει την τεχνική εκπαίδευση για μετά το Λύκειο. Αρκετές χώρες στην Ευρώπη έχουν 12-ετή υποχρεωτική εκπαίδευση, αμφιβάλλω όμως ότι είναι ενιαία.

Οι περισσότερες χώρες έχουν 9-ετή, όπως εμείς. Η επιθυμία να μορφωθούν όλα τα παιδιά στο μέγιστο βαθμό είναι θεμιτή. Είναι, όμως, ο στόχος που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ ρεαλιστικός;

Υπάρχουν παιδιά που στα 15 τους έχουν πια συνειδητοποιήσει ότι απεχθάνονται το διάβασμα. Θα ήταν απάνθρωπο να συνεχίσουμε να τα ταλαιπωρούμε με μαθήματα που δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν, για να τους επιτρέψουμε επιτέλους στα 20 τους χρόνια να γίνουν υδραυλικοί ή κομμωτές.

Ήδη το επίπεδο των μαθητών στα Τεχνικά Λύκεια είναι χαμηλότερο από τις απαιτήσεις των προγραμμάτων σπουδών. Εμείς θα αυξήσουμε κι άλλο τις απαιτήσεις αυτές; Ή μήπως θα κατεβάσουμε το επίπεδο του Γενικού Λυκείου, έτσι ώστε όλοι να μπορούν να το τελειώσουν, με αποτέλεσμα να αφήσουμε ανικανοποίητα τα παιδιά που έχουν ικανότητες για υψηλότερο επίπεδο;

Γιατί αυτή η ισοπέδωση; Γιατί να μην αναγνωρίσουμε, επιτέλους, ότι ο καθένας από εμάς έχει διαφορετικές δεξιότητες και ότι δεν μπορούμε συνεχώς να κατεβάζουμε τον πήχη στο όνομα της αντιμετώπισης των δήθεν ταξικών διακρίσεων;

Η πρόταση για ελεύθερη πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο είναι εντελώς ανεδαφική (αυτό αναγνωρίστηκε και εσωκομματικά, βλ. Κ. Σταμάτης, Αυγή, 6/4/14). Αν τυχόν υλοποιούνταν θα οδηγούσε σε τεράστιο αριθμό φοιτητών στις κεντρικές σχολές πρώτης ζήτησης και σε πλήρη μαρασμό των ΤΕΙ, για αυτό και αποκλείεται να εφαρμοστεί.

Η Ελλάδα είναι ήδη πρώτη στον κόσμο σε αριθμό γιατρών, μηχανικών και άλλων επαγγελματιών. Δεν το γνωρίζει αυτό το τμήμα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ και δεν το θεωρεί πρόβλημα; Μήπως αντί για ανεδαφικές εξαγγελίες θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε όλοι μαζί μια εκστρατεία ενημέρωσης της ελληνικής κοινωνίας, με σκοπό την άμβλυνση της υπέρμετρης προσήλωσής της στις πανεπιστημιακές σπουδές;

Το κείμενο θρηνεί για το «ανταγωνιστικό» κλίμα που επικρατεί στο σχολείο και για την οικονομική αφαίμαξη από τα φροντιστήρια. Μα ο ανταγωνισμός προκύπτει αναπόφευκτα στην προσπάθεια πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο και είναι ξεκάθαρα ένα αποτέλεσμα της μεγάλης διάστασης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αν δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τη ζήτηση (που δεν μπορείς), πρέπει να κοιτάξεις πώς θα τη μειώσεις. Τις δεκαετίες του ’80 και ’90 έγινε μια μεγάλη αύξηση του αριθμού των τμημάτων και των φοιτητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αυτό, όμως, δεν επηρέασε καθόλου τον ανταγωνισμό και την αύξηση του αριθμού των φροντιστηρίων. Μάλλον το αντίθετο συνέβη. Για τα φροντιστήρια η μόνη θεραπεία που προτείνει το Πρόγραμμα είναι η ελεύθερη πρόσβαση. Αυτή, όμως, είναι ανεδαφική. Άρα, ουσιαστικά, δεν υπάρχει πρόταση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πουθενά στο κείμενο δεν αναφέρεται η λέξη «αξιολόγηση». Ενώ το κείμενο στηλιτεύει την «εκπαίδευση της αμάθειας», δεν αποδίδει ούτε την ελάχιστη ευθύνη στους εκπαιδευτικούς, αλλά μέμφεται «τον κατακερματισμό του περιεχομένου, την αποσπασματικότητα και το μεγάλο πλήθος των μαθημάτων». Τα πρώτα δύο θέλουν σοβαρή επεξήγηση, γιατί έτσι δεν μου λένε τίποτε. Το τελευταίο ίσως είναι αλήθεια, αλλά περιμένω να δω ποια μαθήματα θα καταργηθούν πριν αποφασίσω.

Περιέργως για ριζοσπαστικό κόμμα, η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για τα Πανεπιστήμια είναι η διατήρηση του status quo, αν όχι η  επιστροφή στο παρελθόν.  Επιμένει ακόμα στο άσυλο της ανομίας και φυσικά στο να συνεχίσει η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που απαγορεύει τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ενώ επιτρέπει τα ιδιωτικά σχολεία σε κάθε άλλη βαθμίδα.

Προφανώς όλα έβαιναν καλά πριν την κρίση και το μόνο πρόβλημα ήταν η μείωση των δαπανών. Σημειωτέον ότι και πριν την κρίση η Αριστερά θεωρούσε ότι το μόνο πρόβλημα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης ήταν η «υποχρηματοδότηση», τίποτε άλλο.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι η κατεύθυνση στην οποία κινείται το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς η αντίθετη από την ορθή. Θεωρώ ότι οι προτάσεις αυτές, όσες είναι εφαρμόσιμες, αν υλοποιούνταν, όχι μόνο δεν θα έφερναν την επαγγελόμενη αναβάθμιση, αλλά θα είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, ολοκληρώνοντας το ξεχαρβάλωμα της Εκπαίδευσης που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80.

Read Full Post »

Της Τέτας Παπαδοπούλου,  athensvoice

67544-150273Πώς είναι δυνατόν ένας επαγγελματίας διερμηνέας να ακούει μια φράση στα αγγλικά -απλή, σαφή, μηδενικής μεταφραστικής δυσκολίας- και μεταφέροντάς την στα ελληνικά όχι μόνο να την παραποιεί, αλλά στη θέση της να βάζει μιαν άλλη φράση με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο; Δηλαδή «άλλο ακούω και άλλο λέω».

Πώς είναι δυνατόν, επί πλέον, ένα τέτοιο χονδροειδές ατόπημα διερμηνείας να συμβεί στο πλαίσιο ενός πολιτικού ντιμπέιτ με πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον, το οποίο έγινε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας πριν λίγες ημέρες εν όψει των Ευρωεκλογών; Ελα ντε.

Αυτή η καυτή πατάτα διερμηνείας έχει, εκ των πραγμάτων, ιδιαίτερη ελληνική διάσταση. Ωστόσο, δεν είδα σχετικό σχολιασμό στα ημέτερα μέσα ενημέρωσης. Αυτό -το «άλλο ακούω στα αγγλικά και άλλο λέω στα ελληνικά»- μηδένισε την απόσταση ανάμεσα στο Μάαστριχτ και την …Κουμουνδούρου. Θα διαπιστώσετε πώς έγινε. Θα αναφερθώ αμέσως. Με τη σειρά όμως.

Μάαστριχτ, Δευτέρα 28 Απριλίου. Ενα ντιμπέιτ που διεξήχθη για πρώτη φορά στα ευρωπαϊκά χρονικά. Πρεμιέρα, λοιπόν. Ενα ντιμπέιτ με τους υποψηφίους για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο έγινε στα αγγλικά. Φοιτητές από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ, επτακόσιοι και πλέον, αποτελούσαν το κοινό στην αίθουσα. Το Euronews μετέδωσε το ντιμπέιτ σε απ’ ευθείας σύνδεση και σε δεκατρείς γλώσσες, οπότε υπολογίστε με έξι μηδενικά τον αριθμό των θεατών που το παρακολούθησαν.

Ο πρόεδρος Τσίπρας, αν και υποψήφιος για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν πήγε στο Μάαστριχτ. Αντί να πάρει μέρος στο ντιμπέιτ με τους άλλους τέσσερις συνυποψηφίους του -τον Μάρτιν Σουλτς, τον Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, τον Γκυ Φερχόφσταντ, την Σκα Κέλλερ-, εκείνος προτίμησε να μιλήσει σε εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Βοημίας-Μοραβίας, στην Πράγα. Πολύ συγκινητικό. Ο πρόεδρος Τσίπρας, δηλαδή, επέλεξε να βρεθεί με τους νεο- κομμουνιστές νοσταλγούς του ολοκληρωτικού παρελθόντος. Τον καταλαβαίνω. Εκεί με τους σταλινικούς νιώθει άνετα και οικεία ο πρόεδρος. Εκεί πήγε.

«Δυστυχώς, ο Αλέξης Τσίπρας υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αρνήθηκε την πρόσκλησή μας» («Unfortunately, Alexis Tsipras candidate of the European Left has declined our invitation»). Έτσι ακριβώς είπε ο δημοσιογράφος του Euronews Κρις Μπερνς, ο ένας από τους δύο συντονιστές του ντιμπέιτ, μόλις πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις. Έτσι άκουσαν οι παρόντες στην αίθουσα. Έτσι και τα εκατομμύρια θεατών που παρακολούθησαν το ντιμπέιτ στο Euronews. Οσοι όμως το παρακολούθησαν στο Διαδίκτυο με διερμηνεία στα ελληνικά, κάτι άλλο, μα τελείως άλλο άκουσαν:

«Δυστυχώς, ο Αλέξης Τσίπρας υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι απόψε μαζί μας λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων».

Καλέ τι ωραία που τα λέτε, θέλω να πω τί ωραία που τα παραποιείτε. Αυτή δεν είναι διερμηνεία. Αυτή είναι η επίσημη άποψη της Κουμουνδούρου. Τι σύμπτωση. Μάλλον το πνεύμα του προέδρου Τσίπρα (ή κάποιος δικός του) επικοινώνησε με τον διερμηνέα. Κουτοπονηριές και κουτόχορτο στο ελληνικό κοινό.

Στις 15 Μαίου, θα διεξαχθεί στις Βρυξέλλες, και δεύτερο ντιμπέιτ των υποψηφίων για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ελπίζω ο πρόεδρος Τσίπρας να μη την κοπανήσει ξανά. Παρακαλώ, ακόμη κι αν έχει πάλι «ανειλημμένες υποχρεώσεις» (ενδεχομένως ένα ραντεβού με τον αξιότιμο Μαδούρο της Βενεζουέλας ή με τους αδελφούς Κάστρο στον σοσιαλιστικό παράδεισο της Καραϊβικής) ας τις αναβάλλει. Να πάρει μέρος στο ντιμπέιτ. Debate con Tsipras. Μη μας στερήσει την απόλαυση -αυτή είναι παραπάνω από βέβαια- για δεύτερη φορά.

Read Full Post »

Older Posts »